Παρασκευή, Μαρτίου 07, 2014

μισώ την ιδιοκτησία, τι με πέρασες Σεφέρη;

Ήταν άνοιξη. Το δρομάκι και το σπίτι του Σκαρίμπα γεμάτα αυτοφυείς ανθισμένες κίτρινες μαργαρίτες. Το σπίτι δίπατο. Ανέβηκα στο πάνω πάτωμα. Μια μεγάλη ταράτσα και το μικρό διαμέρισμα του Σκαρίμπα, με θέα προς την πόλη. Η πόρτα ανοιχτή. Ο Σκαρίμπας, όπως πάντα, καθότανε διπλοπόδι στο ντιβανάκι του, ανάμεσα στο παράθυρο και στο τραπέζι. Στάθηκα στο κατώφλι και του είπα ποιος είμαι. Πετάχτηκε όρθιος. Ήταν κοντούλης και μικροκαμωμένος. Μα όταν άρχισε να μιλάει. μεταμορφώθηκε σε θεό. Του είπα ότι μου αρέσει ο μαχαλάς του και ρώτησα πότε αγόρασε το σπίτι. Αμέσως ξέσπασε. Θα ήτο σκάνδαλον! - μου απάντησε - δεν έχω σπίτι, μένω με ενοίκιο. Και λίγο αργότερα, προσέθεσε: μισώ την ιδιοκτησία, τι με πέρασες Σεφέρη;

Ηλίας Πετρόπουλος [Υπόκοσμος και καραγκιόζης, Αθήνα, Νεφέλη, 1996, σ.σ 228 - 229]

Είναι Παρασκευή και έχω βάλει να ακούσω Νικόλα.   "Πως είναι δυνατόν να μαστουριάζεις άμα σου περιφράξαν την καρδιά;", και ο καφές στο μπρίκι αρχίζει να φουσκώνει.  Μια γουλιά και η μέρα έξω φαίνεται πάλι κρύα.  Ξέρω.  Θα βγω σχεδόν ανέτοιμος από το σπίτι, η γάτα θα κοντοσταθεί στην πόρτα, θα πάρω μια ανάσα και θα τρέξω να προλάβω το λεωφορείο.  Όπως κάθε μέρα το λεωφορείο θα φύγει χωρίς εμένα και θα θέλει να περπατάω μέσα στο κρύο για να φτάσω τη γραμμή του τρένου.  Εκεί ο καθένας θα κοιτά το κινητό του, θα ακούει μουσική, θα μιλά στον εαυτό του.  Εγώ σε δυο στάσεις θα κατέβω, θα βάλω το κεφάλι κάτω και θα περπατήσω μέχρι την επόμενη πόρτα.   Μετά θα βάλω το πρόσωπο του χαρούμενου και θα χαμογελάσω.  Έτσι μας θέλει ο κόσμος.  Χαμογελαστούς, σχεδόν χαζοχαρούμενους.  Θα πω κοντά στις δέκα καλημέρες.  Θα κάτσω στην καρέκλα μου μέχρι να έρθει το βράδυ.

Είναι Πέμπτη βράδυ.  Κοιτάζω έξω τους άδειους δρόμους και τον αέρα να παίρνει τα φύλλα των δέντρων και να τα χτυπά αλύπητα μέχρι να σπάσουν και να γίνουν χίλια δυο κομμάτια μέσα στην άγρια και παγωμένη νύχτα.  Η μοναξιά των δρόμων τις νύχτες πάντα με γοήτευε.  Σαν εμένα τούτοι οι δρόμοι της οδού Πάρκτον.  Που και που περνάει βιαστικός κάποιος καλά ντυμένος ανθρωπάκος, με το κεφάλι κάτω, κρατώντας τα κλειδιά του σπιτιού έτοιμα στο χέρι για να μπει όσο πιο γρήγορα στο σπιτικό του.  Και δεν μιλά.  Σε ποιον να μιλήσει μόνος έτσι πως τρέχει;  Το πολύ πολύ να κοντοσταθεί στην άκρη για να κοιτάξει κάποιο μήνυμα στο κινητό του.  Και τις νύχτες όταν όλοι κοιμούνται τούτοι οι δρόμοι μένουν μονάχοι.  Έχω βάλει και ακούω τον Χρόνη.  Με μουσική υπόκρουση παιγμένη σε κάποιο πιάνο.  Ξέρω πως θα κοιμηθώ απόψε χωρίς μια καληνύχτα πάλι.  Θα κλείσω το φως και δεν θα ακούω τίποτα παρά την καρδιά μου να χτυπά σταθερά.  Θα κλείσω τα μάτια και θα κουρνιάσω στην άκρη του κρεβατιού μου.  Αγκαλιά με τα όνειρα που πέθαναν κι απόψε.  Έτσι για να χτίσω καινούργια την επομένη.  Τελείωσα σήμερα την Μεταμόρφωση του Κάφκα και με έπιασε μαι θλίψη βαθιά.  Δυστυχή Γκρέγκορ Σάμσα...

Τρίτη, Μαρτίου 04, 2014

Ημέρα

Τα βιβλία δεν είναι η ζωή, όπως και οι χάρτες δεν είναι ταξίδια. Μην προσπαθείς να ζήσεις όπως εγώ, γιατί οι πίνακες και οι φωτογραφίες δεν είναι όσα τα μάτια μπορούν να δουν. Μην τολμήσεις να ζήσεις όπως εγώ, γιατί οι ταινίες δεν είναι η αληθινή αγάπη. Όλα στη ζωή είναι δρόμοι. Σαν αυτούς που περπατούσες πιτσιρίκι στην παλιά γειτονία σου. Χωματένιοι δρόμοι. Και τα όνειρα τα χτίζουμε κάθε μέρα. Καινούργια όνειρα κάθε πρωί. Γιατί η ζωή δεν είναι καθορισμένη γαμώτο. Γιατί τούτα που θα πεις και θα κάνεις σήμερα θα αλλάξουν τα πάντα για το αύριο. Γιατί δεν είναι παίξε γέλασε όλα, μήτε και όλα τούτα σοβαρά. Ένα ρυάκι γεμάτο ελπίδα που τα βότσαλα του σαν εκείνα τα όνειρα που έβλεπες χθες στον ύπνο σου κυλάνε μαζί με το νερό και ούτε κανείς δεν ξέρει που θα τα βγάλει η μέρα. Ίσως στον ωκεανό, ίσως στ' ακρογιάλι.