Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2014

Παλεύω πάλι με τα φαντάσματα του μυαλού μου.  Κάθομαι στο κρύο από το χειμώνα πάτωμα του δωματίου και βλέπω αντίκρυ, μέσα στην ομίχλη, τον Γενοβέζικο φάρο να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του.  Σαν εμένα.  Βαδίζω πάλι την Via Valvi και ακούω το ακορντεόν να παίζει.  Σαν από ταινία του Γούντι Άλεν η σκηνή κι εγώ τα μεσάνυχτα προσπαθώ να ταξιδέψω μέσα στις εποχές της παλιάς Γένοβας (σαν εκείνες του Παρισιού), παλεύοντας με τους εαυτούς μου μέσα στους αιώνες.  Βρέχει πάλι σήμερα και αγαπώ τους γύρω μου όλο και πιο πολύ.  Κι όσο αγαπάς τους τριγύρω σου τόσο μισείς τον εαυτό σου γιατί όλα πρέπει να είναι σε ισορροπία.  Τούτη την άδικη και βαρετή.  Φτιάξαμε τους ουρανούς σήμερα και πίνω λίγο από ελληνικό καφέ που είχε ξεμείνει μέσα στο δοχείο με τις σοκολάτες.  Καλά κρυμμένο από την μητέρα μου στο πιο ψηλό ντουλάπι της κουζίνας.  Σαν να ξέρει ότι θα ψάξω εκεί και όλο τρυπώνει εκεί τα μυστικά του σπιτιού μας.  Πάνω στον πάγκο του σπιτιού μου, δίπλα στο ψυγείο κρυβόμουν τα βράδια όταν ήμουν μικρός και με τις ώρες περίμενα μήπως φανεί από το σαλόνι κάποιο φάντασμα και με σώσει από τις ώρες αγωνίας μου.  Η αρετή.  Τούτη μεγάλωσε.  Έκανε παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα.  Μαζί της χάθηκε και η παιδικότητα μου, η εφηβεία, και η μελαγχολική ανάσα των παιδικών μου χρόνων.  Πάλι περαστικός είμαι.  Άλλη μια πόλη, άλλο ένα σπίτι.  Μέχρι το επόμενο.  Κι εκείνο.  Μέχρι το επόμενο...

1 σχόλιο:

gxskar είπε...

Μπορούμε τελικά να αποδειχθούμε θετικώς κείμενοι στα λόγια του ποιητή, που ονοματίζει τα νησιά φτωχικά, για να οδηγούνε σε ωραία ταξίδια...Ή και τα-ξύδια..χαιρετισμούς