Παρασκευή, Απριλίου 19, 2013

Αθήνα.  Κάπου εκεί στα τέλη του Γενάρη με ένα τρένο μονάχο να πηγαίνει.  Σύνταγμα.  Μοναστηράκι.  Που να πάω;  Εκεί που μ' έμαθαν θα πάω.  Εξάρχεια. Ποδήλατο.  Για να πω πάλι ψέματα στη σερβιτόρα.  Τάχα την έχω δει.  Μας κερνάει σφηνάκια.  Σε ξένη πόλη το αλκοόλ δεν πίνεται.  Γιατί έχει χάσει την έννοια της παρέας.  Έχει χάσει και την έννοια της μοναξιάς.  Αλκοόλ δίχως παρέα ή μοναξιά δεν υπάρχει.  Αναρωτιέμαι αν τα καφενεδάκια που πηγαίνατε υπάρχουν.  Τα δικά μου στέκια όχι.  Κλείσανε από καιρό.  Περπατάω πάλι στα δάχτυλα.  Μυρίζω ουσίες.  Στ' αυτιά μου βουή.  Ακούς;  Ακούς;  Πάλι μάτωσε τούτη η πόλη και δεν την αντέχω.  Φεύγω.  Βλέπεις;  Φεύγω.  Το δίχως άλλο.

Τετάρτη, Απριλίου 17, 2013

Για να τ' ακούμε με κάθε πρωινό ξύπνημα


Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την...\

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.

Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;

Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.

Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;

Έτσι, μ' αυτήν την κωλο-εφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μας είναι βάρος. Γιατί δε ζούμε... κατάλαβες;

Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν "ανάγκες", σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών.

Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας...

Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ' αφήσαμε, γι' αυτό το αύριο, που δεν θα 'ρθει ποτέ...

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως:

Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.

Όμως, τ' αφήσαμε για αύριο.

Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο.

Και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό, γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ' τη ζωή μας, χαιρόμαστε!

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.

Την καταντήσαμε έναν καθημερινό -χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης- θάνατο!

Διότι, αυτός είναι θάνατος!

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος. Είναι μετάβαση.

Είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί, θα δώσεις χάρη κι ομορφιά, όπως η Μαρία, που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει...

Ήρθανε να την πάρουνε, και η Μαρία, είπε το "όχι", με τον πιο αμετάκλητο τρόπο.

Πήγαμε στην κηδεία της. Και τι άκουσα τον παπά να λέει;

"Χοῦς εἶ, καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει"...

Και τότε κατάλαβα, πως η Μαρία σώθηκε.

Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια...

Τρίτη, Απριλίου 16, 2013

Βοστονούλα

Έρημη η Βοστόνη σήμερα.  Λίγος κόσμος έξω.  Πρώτη φορά στο μετρό έχει μονάχα 3 άτομα.  Δύο άτομα κατεβαίνουμε στο πανεπιστήμιο.  Η μέρα ηλιόλουστη μετά από πολύ καιρό χιόνι και κρύου και όμως το πανεπιστήμιο είναι άδειο.  Εντελώς.  Μάλλον φόβος.  Κρίμα γιατί σε αυτήν την πόλη λόγω των πανεπιστημίων οι περισσότεροι είμαστε φοιτητές από άλλες χώρες.  Ζούμε ειρηνικά και χαρούμενα.  Και τώρα φόβος και λύπη.  Διαβάζω τα μηνύματα στο κινητό μου.  Από την φίλη μας που ήταν εκεί στη γραμμή τερματισμού.  Μετά από μία ώρα τελικά μου απάντησε...

"Θεέ μου, είμαι στο νοσοκομείο και πηγαίνω πίσω σπίτι.  Θεέ μου, το κινητό μόνο μηνύματα στέλνει.  Προσπαθώ να πάω σπίτι.  Είμαι καλά.  Ήμουν μόλις εκεί.  Είδα ανθρώπους να χάνουν τα πόδια τους."

"Δεν ξέρω τι έγινε ακριβώς.  Ήταν μια πολύ δυνατή φωτιά και λευκός καπνός.  Κάτι έξυσε το πόδι μου.  Είμαι καλά."

"Θεέ μου.  Φτάνω σπίτι.  Είμαι φοβισμένη.  Δεν το πιστεύω αυτό που έγινε.  Έχω φρικάρει, αίμα παντού."

Ο φίλος της δίπλα έχασε το πόδι του...

Δευτέρα, Απριλίου 15, 2013

Βοστόνη Μαραθώνιος

Έφτασα στον μαραθώνιο γύρω στις 11:30 με 12 το πρωί.  Έκανα μια γύρα.  Τερμάτιζαν οι αθλητές με τις αναπηρικές καρέκλες.  Πηγαίνω κάθε χρόνο.  Εκεί κοντά στη γραμμή τερματισμού.  Φέτος όλοι είχαν δουλειά.  Πήγα για λίγο και έφυγα.  Μετά από λίγες ώρες πανικός.  Ελικόπτερα, περιπολικά, ασθενοφόρα.  2 εκρήξεις.  Προς το παρόν 2 νεκροί.  Είναι αλλιώς όταν τα βλέπεις στην τηλεόραση, αλλιώς όταν ήσουν εκεί λίγες ώρες πριν.  Μαζί με δεκάδες παιδάκια.  Τώρα μαθαίνω από τα νέα ότι υπάρχουν νεκροί και τραυματίες που έχασαν τα άκρα τους...  Μια φίλη μου ήταν στην γραμμή τερματισμού.  Ο διπλανός της (φίλος της) εχασε το πόδι του από την έκρηξη...

Κάπως έτσι χάθηκε ο ανθρωπισμός από μερικούς ανθρώπους.