Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2009

Β.

Κρυμμένα μάτια χαμογελούν πονηρά.
Πράσινες οπτασίες που κρύβονται
πίσω από τα ξανθά μαλλιά.
Όνειρα ζωγραφιστά στα δάχτυλα
που σφίγγουν με δύναμη τις παλάμες.
Και ένα χαμόγελο κρυμμένο πίσω από
τη μαύρη νύχτα.
Κοίτα με, γιατί λάμπω μέσα στα μάτια σου.
Κοίτα με.



Καμιά φορά οι νύχτες κρύβονται πίσω από το μυστηριώδες αλκοόλ και τα τσιγάρα που σβήνουν στο έδαφος χωρίς αντίρρηση. Μια τέτοια νύχτα ξύπνησα κι εγώ. Λαχανιασμένος από τις σκέψεις και φοβισμένος από τις σκιές που γυρνούν στους τοίχους.

Σηκώνομαι από το κρεβάτι και με αργές κινήσεις παίρνω ένα πακέτο τσιγάρα που ήταν ξεχασμένα πάνω στο παλιό κομοδίνο και κατευθύνομαι στο παράθυρο του δωματίου μου.
Ανάβοντας το τσιγάρο και φυσώντας τον καπνό με θυμό στο τζάμι, προσπαθώ να ξεθολώσω την ομίχλη που απλώνεται κατά μήκος του δρόμου. Η ώρα τέσσερις και είκοσι τρία λεπτά.
Απογοητευμένος από την ικανότητα της νύχτας να παραμένει σιωπηλή πάω να στρέψω το κεφάλι μου προς το εσωτερικό του δωματίου μου. Όμως αυτά που δεν προσμένεις συμβαίνουν την ώρα που πρέπει και θέλουν να συμβούν.
Η ομίχλη σπάει από τη φιγούρα μιας γυναίκας. Φοράει ζιβάγκο. Μαύρο. Τα μαλλιά της ξανθά, δεμένα με περίτεχνο τρόπο, έτσι που να αγγίζουν ονειρικά τα μάτια της. Περπατά με γρήγορο βήμα στην άκρη του πεζοδρομίου. Δεν χάνω χρόνο. Ρίχνω πάνω μου την μαύρη καμπαρντίνα και το κασκόλ με τις μπλε σκούρες ρίγες και βγαίνω στο δρόμο. Την ακολουθώ. Δεν ξέρω γιατί. Έχει κάτι το μαγικό. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Αναρωτιέμαι αν με έχει καταλάβει. Ο δρόμος βουβός. Μόνο να χτυπήματα των παπουτσιών μας σπάνε την νεκρική σιγή. Φτάνει σε μια πόρτα και κοντοστέκεται. Κατεβαίνει στο υπόγειο. Περπατάω μέχρι εκεί φοβισμένος και την ίδια στιγμή τόσο ενθουσιασμένος, τόσο μαγεμένος. Είναι ένα μπαρ.
Κατεβαίνω αμέσως. Ο κόσμος βουβός. Η μορφή της μου αποσπά την προσοχή. Είναι τόσο ονειρικά όμορφη που δεν μπορώ να δω τίποτα άλλο. Δεν μπορώ να ακούσω κανέναν. Παραγγέλνω ένα ουίσκι με βουβή φωνή, ενώ το τσιγάρο σβήνει απειλητικά μέσα στο χέρι μου. Αυτή έχει ήδη ένα ποτήρι με κρασί μπροστά της. Δεν με έχει κοιτάξει καθόλου κι όμως νιώθω ότι έχει κι αυτή το βλέμμα καρφωμένο πάνω μου. Την κοιτώ με περιέργεια, μπορεί και με πόθο, ίσως και με πάθος. Νιώθω ότι χαμογελά, μα δε μπορώ να διακρίνω. Κρατά το ποτήρι με το δεξί της χέρι, ενώ τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού πιέζουν με δύναμη την παλάμη της. Πίνει αργά το ποτό της. Κι εγώ όλο λαχτάρα προσπαθώ να κλέψω μια ματιά της. Όμως αδυνατώ. Βάζει το χέρι στην τσέπη της και αφήνει μερικά χαρτονομίσματα στο τραπέζι. Σηκώνεται και με το βλέμμα στο έδαφος βγαίνει από την πόρτα και χάνεται στην ομίχλη.

Γυρνάω πίσω σπίτι. Στο παράθυρο. Η καύτρα του τσιγάρου αντανακλά στο τζάμι. Η ώρα ακόμα τέσσερις και είκοσι τρία λεπτά.

3 σχόλια:

par...alogos είπε...

Που και που βλέπω μπροστά μου οπτασίες και με πιάνει συγγραφικός οίστρος, τον οποίο συνήθως δεν δημοσιοποιώ στο μπλογκ, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων...

c.. είπε...

...Η καύτρα του τσιγάρου αντανακλά στο τζάμι. Η ώρα ακόμα τέσσερις και είκοσι ΔΥΟ λεπτά.

par...alogos είπε...

:) Ενδιαφέρον...