Πέμπτη, Ιανουαρίου 08, 2009

Μια μέρα στην κηδεία μου

Σε ξέρω καλά αναγνώστη μου.
Το έχεις σκεφτεί πολλές φορές, αλλά αρνήσε να το ομολογήσεις.
Είναι τόσο περίεργο αυτό, και για αυτό σε δικαιολογώ. Κανείς δεν θα το ομολογούσε.

Αλλά σε ξέρω καλα. Ξέρω ότι πριν κάποιους μήνες πήγες στην κηδεία σου. Με έναν μαύρο μανδεία και μαύρα γυαλιά για να μην σε γνωρίσουν. Στεκόσουν εκεί στην γωνία, πίσω. Ήξερες πριν από τον θανατό σου ότι δεν θα σε έκαιγαν, όπως τους έβαλες να υποσχεθούν, και θα σε φύτευαν στην γη όπως τους άλλους, κοινούς θνητούς. Απλά ήθελες να δεις τι γίνεται. Ποιοί πήγανε. Ποιός κλαίει. Ποιός γελάει. Και ποιός σε θυμάται.
Το φανταζόσουνα αλλιώς ε; Σωρεία κόσμου. Κλάματα και οδυρμούς. Μα δεν υπήρξαν. Και ούτε πήγαν τόσοι όσοι φαντάστηκες. Τώρα ξέρεις. Οι άνθρωποι ξεχνούν εύκολα.

Σε ξέρω καλά αναγνώστη μου. Πήγες στον τάφο σου και την επόμενη μέρα. Να δεις αν υπάρχει πια κανείς εκεί. Και είσαι μόνος σου. Τα δάκρυα στέγνωσαν από το έδαφος. Μια ντούμπα χώματος έμεινε μόνο. Αυτή που θα δείχνει σε όποιον περνάει ότι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα άλλο, παρά αυτό που είναι όταν ζει.
Άλλωστε ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός. Σε καίει, σε σκορπάει και σε παγώνει.

Μα σε ξέρω καλά. Ποτέ δεν θα το παραδεχτείς. Και νεκρός ακόμα. Κανείς δεν σε αγάπησε τόσο που να κλαίει μερα νύχτα πάνω από το νεκρό σου σώμα. Και είναι εγωιστικό να ζητάς κάτι τέτοιο. Όπως ξέχασες εσύ, έτσι ξεχνούν και οι άλλοι.

Το έχεις σκεφτεί πολλές φορές, αλλά αρνήσε να το ομολογήσεις.
Είναι τόσο περίεργο αυτό, και για αυτό σε δικαιολογώ. Κανείς δεν θα το ομολογούσε.

Άλλωστε αναγνώστη μου είμαστε πολλοί εκεί. Ναι ναι. Αυτοί με τα μαύρα γυαλιά και τον μαύρο μανδυά, που βλέπεις.
Κανείς δεν το παραδέχτηκε...