Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2007

Μόναχο 1999

Η ώρα τέσσερις το μεσημέρι. Το διαμέρισμα έβλεπε σε ένα ωραίο κεντρικό κήπο με γκαζόν.
- Κοιμούνται. Και που είναι η ξαδέρφη μου; Θα πάω να την βρω. Στο πάρκο θα είναι.
Το Μιχαΐλι Μπάντ. Περίπου είκοσι λεπτά από το σπίτι. Δεύτερη μέρα στο Μόναχο. Αλλά είχα την πεποίθηση ότι μπορώ να πάω και χωρίς να μου υποδείξει κάποιος την διαδρομή.
Βλέπω σημάδια γύρω μου για να μην χαθώ και να θυμηθώ αν τα έχω ξαναδεί ώστε να φτάσω στο στόχο.

Στα φανάρια καθυστερώ να περάσω, επίτηδες. Το κόκκινο μπαρμπαδελάκι [Σταμάτη θαρρώ τον λένε στην Ελλάδα, αλλά στην Γερμανία δεν έχει όνομα απ` όσο ξέρω] ανάβει κι εγώ βρίσκομαι στην μέση του δρόμου. Είχα ακούσει ότι σέβονται τους πεζούς. Το δοκίμασα. Δεν άκουσα κορνάρισμα. [Δεν το ξαναδοκίμασα παραταύτα. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος με τα ανθρώπινα όντα.] Το πεζοδρόμιο τεράστιο, ποδηλατόδρομος στην άκρη, κανένα αμάξι παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο, λεωφορεία που στην Ελλάδα δεν είχε όμοια [τώρα μετά από τόσα χρόνια τα βλέπω στην Πάτρα. Βλέπεις εδώ παίρνουμε ό,τι πετάνε οι άλλοι] και πράσινο παντού. Η πιο πράσινη πόλη θαρρώ πως είναι το Μόναχο. Ακολουθώ την διαδρομή που ενστικτωδώς μου ερχόταν στο κεφάλι. δεν διαψεύστηκα. [η αλήθεια είναι ότι αν εξαιρούσες μια στροφή, η συνέχεια ήταν μοναχά μια ευθεία]
Έφτασα στο Μιχαΐλη Μπαντ. Και τώρα; Που να με κόψει ότι το πάρκο είναι τεράστιο. Που θα έβρισκα την ξαδέρφη;
Άρχισα να παρατηρώ γύρω μου. Ήταν ένα όνειρο. Άνθρωποι με πατίνια [Κάνουν διάφορα κόλπα ελιγμών αποφεύγοντας κορύνες. Τότε ήταν που ήθελα να πάρω πατίνια. Φυσικά δεν μπόρεσα να κάνω ποτέ μου τέτοια κόλπα.], με ποδήλατα, με σκύλους, άλλοι κάνουν τζόκινγκ, άλλοι πίνουν μπύρες, τσιμπάνε καμιά πατάτα [Δεν είναι τυχαίο που έχουν γιορτή μπίρας και πατάτα και κλείνουν τα σχολεία για δύο βδομάδες. Εθνική εορτή αυτή της πατάτας. Άψογα.]. Πλαγιές με γκαζόν που ξάπλωναν όσοι ήθελαν να ξεκουράσουν τα κορμιά τους [την προηγούμενη μέρα κάναμε βαρελάκι από πάνω μέχρι κάτω σε μια τέτοια πλαγιά]. Ακολούθησα τα δρομάκια και έφτασα εκεί που παίζαμε την προηγούμενη μέρα. Σε εκείνο το τεράστιο κατασκεύασμα που έμοιαζε με δίχτυα σε σχήμα μπάλας και σκαρφάλωνες.
- Δεν είναι εδώ η ξαδέρφη.
Ανέβηκα μία πάνω στο δίχτυ. Ωραία που ήταν. Κοίταξα τον χώρο τριγύρω. Δέντρα. Κατέβηκα γρήγορα. Και γύρισα αμέσως σπίτι πριν ξυπνήσουν οι άλλοι. Η ξαδέρφη μου τελικά δεν είχε κουνηθεί ρούπι από το σπίτι.
Και παρόλο που σκέφτομαι ότι ήταν ανοησία που πήγα μόνος μου, ενώ ήμουν μικρός, χωρίς να ξέρω την πόλη, ούτε καν τη διεύθυνση του σπιτιού σε περίπτωση που χανόμουν, ήταν μια από τις πιο όμορφες βόλτες που έχω κάνει. Ακόμα και αν οι αναμνήσεις του παρελθόντος μου είναι τόσο λίγες όσες μια χούφτα χώμα, αυτή μου έχει μείνει.

Βέβαια μυαλό δεν έβαλα και το πλήρωσα. Λίγες μέρες μετά. Στην Μαρίαν Πλατς. Σε εκείνον τον τεράστιο πεζόδρομο με τους ζογκλέρ και τα πολλά μαγαζιά. Οι θείοι μου περίμεναν σε ένα μαγαζί για καφέ. Ο πατέρας μου μπροστά, η μητέρα μου ξοπίσω κι εγώ τελευταίος. Καθώς μπαίναμε στο μαγαζί πως μου την κάρφωσε και χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν έκανα μεταβολή και πήγα να δω έναν καταπληκτικό ζογκλέρ που έκανε κάτι τρελά πίσω μου.
Ο κόσμος μιλιούνια. Χανόσουν στο άψε σβήσε. Έκατσα περίπου ένα τέταρτο να βλέπω τον ζογκλέρ, χωρίς να νοιάζομαι για τίποτα άλλο. Ούτε ο κόσμος, ούτε οι δικοί μου ούτε τίποτα. Εγώ και ο ζογκλέρ. Μόλις τελείωσε κατευθύνθηκα προς το καφέ, όπου με βρήκε ο πατέρας μου ο οποίος είχε αλωνίσει όλον τον τόπο φοβούμενος ότι κάποιος με είχε βουτήξει [με το δίκιο του ο άνθρωπος] και με είχε κοιτάξει τότε με ένα βλέμμα μην σας τα λέω.
Από τότε δεν ξανά-έκανα μαλακία στο Μόναχο. Τις άφησα να τις κάνω στην Ελλάδα που τα ήξερα τα μέρη τουλάχιστον...


Η αλήθεια είναι ότι το Μόναχο είναι μια από τις πόλεις που είχα περάσει πολύ όμορφα [αν εξαιρέσουμε μερικές στιγμές χάους]. Θα ήθελα να ξανά-πάω σίγουρα. Με μια καλή παρέα. Έτοιμη για μπίρα, για βόλτα με ποδήλατο, για μπάλα στο γρασίδι, για τραμπολίνο στο στάδιο της Μπάγιερν, για κανά μουσείο, για βόλτα στην Μαρίαν Πλάτς, για τζόκινγκ στο Μιχαΐλι Μπαντ, για βόλτα με το Ούμπαν...

Το τρένο


Κάθομαι σιωπηλός στο παγκάκι.
Το τρένο παλιό. Από εκείνα που είχαν πριν δύο δεκαετίες. Καθόλου ασφαλές, αλλά σε γεμίζει θύμισες από εκείνα τα χρόνια τα παλιά.
Ένας ζητιάνος έρχεται και κάθεται δίπλα μου. Με κοιτά. Ζητάει φωτιά. Ζητώ συγγνώμη. Τα σπίρτα τα έκαψα όλα. Η αναχώρηση του τρένου ανακοινώνεται από τα ηχεία. Ενώ πιο δίπλα μια μπάντα παίζει έναν θλιβερό σκοπό.
Το τρένο ξεκινά και τα βαγόνια ένα ένα περνάνε μπροστά μου. Ο ζητιάνος έχει γυρίσει κι αυτός το κεφάλι και κοιτά. Τα βαγόνια φεύγουν και περνούν από τη μια στιγμή στην άλλη. Η φιγούρα μέσα γνέφει.
Και το τρένο έφυγε.
Και έμεινα εγώ και ο ζητιάνος.
Μετά από δέκα λεπτά, δεν ξεχώριζες πια ποιος ήμουν εγώ και ποιος ο ζητιάνος.
Που ζητιανεύει τι; Ένα σπίρτο από τον κόσμο;
Αυτός λοιπόν.
Σηκώθηκα και έφυγα. Πίσω.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2007

Πόρτες - παράθυρα όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω

Το θυροτηλέφωνο χτυπάει.
Σηκώνω το ακουστικό:
- Ναι...Ποιος είναι;
- Φέρε την μερέντα μου τώρα.

Είχαμε πάει με τον Christopher στο σούπερ μάρκετ και είχε ξεχάσει την μερέντα που πήρε στο αμάξι μου. Δυστυχώς δεν πρόλαβα να την φάω...
Ανεβαίνει.

- Καλά που ήρθες. Έχει αφήσει η Άντζελα τώρα που έφυγε από Πάτρα, ένα κομοδίνο και μου είπε να το πάρω. Πάμε να το κουβαλήσουμε.

Κάνα κανά εικοσάλεπτο να το ανεβάσουμε γιατί μόνο που έβλεπα τον Christopher, δεν μπορούσα...έσκαγα στα γέλια.
Το βάλαμε στο μπαλκόνι και μετά έφυγε. Σε είκοσι λεπτά χτυπάει το τηλέφωνό μου:
- Ώ ρε!!! Ξέχασα τα κλειδιά μου σπίτι σου.
- Έλα να τα πάρεις.

Έρχεται.
- Καλά ρε που το πάρκαρες το αμάξι μακριά;
- Ναι ναι. Στην Αγίας Σοφίας.
- Καλά. Άντε γεια.

Τον παρακολουθώ να πηγαίνει προς την πόρτα μου, να την ανοίγει και μετά στρέφω το κεφάλι μου στον υπολογιστή μου.
Ένας κανονικός άνθρωπος θα έβγαινε και θα έκλεινε την πόρτα.
ΑΛΛΑ ο Christopher όχι.
Στρέφω το κεφάλι μου και τον βλέπω...


- Καλά ρε μαλάκα...πως την έβγαλες την πόρτα;

Και έχω μπει στο δίλημμα τώρα. Να τσατιστώ ή να γελάσω.
Τελικά κυριάρχησε το τελευταίο. Πεθάναμε στα γέλια. Μέχρι που τον φωτογράφισα κιόλας.

Τα επόμενα είκοσι λεπτά προσπαθούσαμε να βάλουμε την πόρτα στην θέση της. Όχι τίποτα άλλο, αλλά σε όλη την πολυκατοικία μόνο εγώ είμαι αγόρι και δεν είχα και κάποιον άλλο να βοηθήσει.
Αφού την βάλαμε έφυγε ο Christopher.
Σε δύο λεπτά ξανά-χτυπάει η πόρτα. Πάλι ο Christopher. Είχε ξεχάσει τα πράγματα πάλι...

Μετά από δύο ώρες αποφασίσαμε να πάμε για καμιά μπίρα.
Στον γυρισμό ο Αντρέας είχε αφήσει κάτι πράγματα σπίτι μου και είπε να ανέβει με τον Christopher να τα πάρει.
Ανοίγουμε την πόρτα του ασανσέρ, μπαίνω εγώ πρώτος, μπαίνει ο Αντρέας, πατάω το κουμπί τυ ασανσέρ και βλέπω πίσω μου τον Christopher με την πόρτα του ασανσέρ βγαλμένη να την κρατά στα χέρια.
Ήταν τραγελαφικό. Λίγο ακόμα να τον αφήναμε στην πολυκατοικία δεν θα είχε αφήσει πόρτα για πόρτα. Εν το μεταξύ η πόρτα του ασανσέρ είναι πολύ βαριά. Μέχρι να την βάλουμε μας βγήκε η πίστη. Άσε που ήταν 1 η ώρα και πρέπει να ξυπνήσαμε όλη την πολυκατοικία.

Christopher. Μια ερώτηση ρε man:

Που σε βρήκαμε γαμώ την καταδίκη μου;

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 27, 2007

Ο Σκύλος

Προτείνεται να διαβαστεί νύχτα. Θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

-ο-

Κάποτε στην Θεσσαλονίκη ζούσε ένας νεαρός 21 χρονών. Ήταν μοναχοπαίδι και οι γονείς του είχαν πεθάνει. Του είχαν αφήσει όμως το διώροφο σπίτι που έμεναν. Ο νεαρός, ζούσε μόνος του στο σπίτι και για συντροφιά είχε ένα σκύλο μαζί του. Ειδικά όταν κοιμόταν έβαζε τον σκύλο του κάτω από το κρεβάτι του και αν φοβόταν άπλωνε το χέρι του και ο σκύλος τον έγλυφε και ησύχαζε γιατί ήξερε ότι έχει τουλάχιστον τον σκύλο να τον φυλάει και να του κάνει συντροφιά.

Ένα βράδυ γύρω στις 11, το ρεύμα κόβεται στο σπίτι. Ο νεαρός σιγά σιγά μη δίνοντας σημασία πέφτει στο κρεβάτι του, που ήταν στον πάνω όροφο, για ύπνο.
Κάποια στιγμή ακούει αμυδρά ένα αργό αλλά συνεχόμενο "τακ, τακ, τακ", σαν μια βρύση να στάζει. Φοβήθηκε λιγάκι και κατευθείαν άπλωσε το χέρι του και το έβαλε κάτω από το κρεβάτι. Ο σκύλος τον έγλειψε και ένοιωσε λίγο καλύτερα.
Όμως ο θόρυβος ήταν συνεχόμενος. Ξανά το χέρι κάτω από το κρεβάτι, ο σκύλος τον γλείφει και ησυχάζει λιγάκι.
Μετά από μερικά λεπτά αποφασίζει να πάει να δει τι συμβαίνει. Σηκώνεται από το κρεβάτι, παίρνει έναν φακό και πηγαίνει προς το μπάνιο. Ο ήχος συνεχίζει: "τακ, τακ, τακ", σαν βρύση που στάζει. Ανοίγει την πόρτα του μπάνιου, αλλά τίποτα.
Αντιλαμβάνεται ότι ο θόρυβος ακούγεται από τον κάτω όροφο. Έχοντας πάντα το φακό στο χέρι κατεβαίνει αργά τις σκάλες. Ο θόρυβος ίδιος "τακ, τακ, τακ", αλλά πιο έντονος.
Πλησιάζει το κάτω μπάνιο και ο θόρυβος πια έχει γίνει έντονος: "τακ, τακ, τακ".
Ανοίγει αργά την πόρτα και βλέπει τον σκύλο του κρεμασμένο και το αίμα του να στάζει "τακ, τακ, τακ". Και γραμμένο στον καθρέφτη με το αίμα του σκύλου: "Δεν γλύφει μόνο ο σκύλος"

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2007

Ακόμα μια ανάμνηση

Ξυπνάω.
Ώρα πέντε και τριάντα τα χαράματα.

Ο καφές ετοιμάζεται στην καφετιέρα. Γαλλικός. Το δωμάτιο μετά από μερικά λεπτά έχει μοσχοβολήσει με τον μεθυστικό άρωμα του ζεστού καφέ.
Η μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Το ράδιο αναμμένο και παίζει το αγαπημένο τραγούδι της Terra Naomi: "Say It's Possible"...

Αυτό το τραγούδι με συνεπαίρνει. Αρπάζω την κιθάρα και αρχίζω να την γρατζουνάω ελαφρά φοβούμενος μη ξυπνήσω την συγκάτοικο μου.

Η γεύση του καφέ είναι εθιστική. Πίνω μία μια γουλιά και την κατεβάζω όσο πιο αργά μπορώ.

Ο ήλιος άρχισε να ρίχνει τις πρώτες του στάλες στο μπαλκόνι μου και η δροσιά άρχισε να σπάει σιγά σιγά.

Πετάω τις μπιτζάμες μου στο κρεβάτι και βάζω τα αθλητικά μου.
Αρπάζω το κλειδί από το αμάξι και πετιέμαι έξω από το σπίτι.

Βάζω μπρος. Το ράδιο παίζει ένα τραγούδι από το schoolwave του 2006.
"Μα είδες η πιτσιρίκα φωνή;΄"

Ας με ταξιδέψει λοιπόν. Κι όπου βγω. Και ο δρόμος τόσο ερημικά μόνος. Σαν να περίμενε εμένα για να ζωντανέψει λίγο από την ραστώνη της νύχτας που πέρασε.

Έφτασα τελικά. Αδιέξοδο.
Κατεβαίνω και αγναντεύω. Ο ήλιος πετιέται από τα απέναντι βουνά.

Αλήθεια τώρα. Μια γουλιά ήλιου σήμερα ήταν η ιδανική απάντηση στα όσα...

Γεια σου. Χαιρετώ κι εγώ καμιά φορά. Το τελευταίο τρένο περνάει από κάτω μου ακριβώς.
Το βλέπω το παιδί στο παράθυρο. Θλιμμένο. Με βλέπει και χαμογελά.
Γνέφω δειλά με το χέρι μισο-χαμογελώντας!

Κάθισα στο έδαφος. Το έλεγαν οι παλιοί αυτό. Ποιος τους πιστεύει; Εγώ όχι πάντως.

Κοίταξα δίπλα μου και είπα: "Πάμε... Για σήμερα ήταν αρκετά αυτά."

Μπήκα στο αμάξι και γύρισα σπίτι. Έκλεισα την μπαλκονόπορτα, έβαλα τις πιτζάμες μου και τυλίχθηκα κάτω από το πάπλωμα.

Πρέπει να έχει βγει ήδη. Έτσι δεν είναι;

Θάλασσα. Ηρεμία. Απάγκιο μυστικό. Οι Βασιλιάδες της μέρας κοιμήθηκαν.

Καληνύχτα.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 25, 2007

Άγνοια - 6. Ένας Φίλος Από Τα Παλιά

Ο Χρήστος άνοιξε το mail.

Φίλε Χρήστο γεια σου. Είμαι ο Θανάσης ο Δελαπόρτας. παρακάτω έχω αφήσει ένα ηχητικό μήνυμα. Ακολούθησε...
Ο Χρήστος έχασε με μιας το χαμόγελο του και μάλλον άρχισε να τρέμει λιγάκι.
"Ένα κακόγουστο αστείο είναι αυτό", μονολόγησε. "Δεν είναι δυνατόν... Ποιος με κοροϊδεύει;", αναρωτήθηκε.

Ο Θανάσης Δελαπόρτας ήταν ο καλύτερος φίλος του Χρήστου. Από μικροί μαζί. Τον είχε παντρέψει κιόλας. Ο Θανάσης λοιπόν είχε πεθάνει πριν λίγους μήνες. Σε τροχαίο. Ήταν μεγάλο πλήγμα για τον Χρήστο.

Ο Χρήστος άνοιξε τα ηχεία του υπολογιστή και πάτησε να παίξει το ηχητικό μήνυμα.
Άφησε τον ήχο να μπει στα αυτιά του και τα μάτια του δάκρυσαν...
"Μα έχει την ίδια φωνή με τον Θανάση. Είναι άραγε αυτός; Πως είναι δυνατόν;".
Ξανά-έβαλε το ηχητικό μήνυμα να παίξει. Για να ακούσει αυτά που έλεγε, μιας και την πρώτη φορά δεν μπόρεσε να τα παρακολουθήσει από το σοκ...
"Φίλε Χρήστο. Πάνε μήνες που δεν έχουμε μιλήσει. Θα ήθελα όμως τώρα την βοήθειά σου. Πρέπει να με βοηθήσεις..."

Άγνοια - 5. Το Γράμμα

Ξέρετε όμως ότι στη ζωή τίποτα δεν χαρίζεται. Και κυρίως η ευτυχία.
Ο μικρός Βασιλάκης μπορεί να μην αφέθηκε στα χέρια του Χάρου εκείνη την βροχερή μέρα πριν από δεκαεπτά χρόνια, αλλά η κυρά Θοδώρα, η γλυκιά κυρία που τον βρήκε ήταν ήδη αρκετά φτωχή. Ίσα που τα έφερνε βόλτα, πόσο μάλλον με ένα παιδί στην αγκαλιά της.
Ο Βασίλης αναγκάστηκε να δουλέψει από πολύ μικρός για να τα φέρει βόλτα. Άφησε το σχολείο στη μέση και δούλευε μηχανικός αυτοκινήτων.
Αν έβλεπε κανείς το πρόγραμμα του Βασίλη στα δεκαεπτά του πια δεν θα έλεγε κανείς ότι προσπαθεί να ζήσει, αλλά να επιβιώσει. Δεν είχε φίλους, δεν έβγαινε, δεν γλεντούσε, δεν διάβαζε, δεν έπαιζε. Σπίτι - δουλειά. Αυτό ήταν ο Βασίλης μέχρι τότε.
Ώσπου εκείνη την μέρα βρήκε εκείνο το γράμμα στο μαγαζί. Του το έδωσε το αφεντικό του, όταν πήγε το πρωί.
Ήξερε να διαβάζει παρ` όλο που πήγε μόνο δημοτικό.
Είχε μόνο ένα όνομα γραμμένο έξω...

Μαριάννα

Άγνοια - 4. Το Χωριό

Κοίταξε ξανά το σπίτι που είχε πάρει πια ολόκληρο φωτιά.
Τρομαγμένος έτρεξε και ακούμπησε στον τοίχο του απέναντι σπιτιού.
"Μήπως έχω πεθάνει;", αναρωτήθηκε γεμάτος άγχος και φόβο.

Δεν θυμόταν τίποτα. Δεν θυμόταν καν ποιο ήταν το όνομά του. Ποιος ήταν;
Αυτό που θυμόταν ήταν που πάντα φοβόταν την μοναξιά. Και τώρα να. Βρίσκεται σε ένα άγνωστο χωριό, 'όλα τα σπίτια κλειστά, δεν κυκλοφορεί κανείς και δεν ξέρει καν τι του έχει συμβεί.

Διστακτικά και πάντα κολλημένος στην άκρη του δρόμου ώστε να μην δίνει στόχο σε κανέναν που ίσως υπήρχε εκεί να τον εντοπίσει πριν από αυτόν, άρχισε να περπατά τον δρόμο. Μετά από μερικά βήματα σαν να άκουσε θόρυβο από ένα κτήριο.
"Τι θα κάνω;", αναρωτήθηκε. "Και αν με ρωτήσουν πως βρέθηκα εδώ; Και αν με ρωτήσουν ποιος είμαι; Τι θα πω; Και ποιοι είναι αυτοί; Αν είναι αυτοί που με φέραν εδώ; Αν μου κάνουν κακό;". Αλλά αυτή η περιέργεια μέσα του για το τι συμβαίνει, μπορούσε να υπερνικήσει τον φόβο και την ταραχή.
Με αργά βήματα πλησίασε το κτήριο. Τώρα καθαρά άκουγε μουσική. Ένα απαλό Αργεντίνικο ταγκό. Ανέβηκε τα τρία σκαλάκια και έφτασε στην πόρτα. Σήκωσε το δεξί του χέρι και με μια απότομη κίνηση έσπρωξε την πόρτα.

Ήταν ένα μπαρ. Πολύ παλιάς κουλτούρας. Ξύλινο, με πιάνο, τραπεζάκια και μια σκάλα στην άκρη που οδηγούσε πάνω σε κάποια δωμάτια. Άδειο. Αλλά πίσω από το μπαρ μια φιγούρα.
Πλησίασε αρκετά κοντά και με ενθουσιασμό φώναξε:
"Μάκη; Τι θες εδώ;"

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2007

Άγνοια - 3. Το μήνυμα

Εκείνη την μέρα, όπως και κάθε μέρα, ξύπνησε μερικά δευτερόλεπτα πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Το βιολογικό ρολόι του λειτουργούσε άψογα εδώ και χρόνια.

Ώρα έξι και τριάντα.
Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε δίπλα στο κρεβάτι του την γυναίκα του. Πήγε να πλύνει το πρόσωπό του στο μπάνιο και κατ` ευθείαν στην κουζίνα. Δύο ποτήρια νερό στην καφετιέρα, δύο ποτήρια γάλα για τα παιδιά του και 5 φέτες ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα της γιαγιάς.

Ώρα έξι και πενήντα πέντε.
Τελικά ένα τραπέζι με δύο κούπες καφέ. Η μία με μισή κουταλιά ζάχαρη και λίγο γάλα, η άλλη με καθόλου ζάχαρη και καθόλου γάλα. Δύο ποτήρια γάλα με ολίγη ζάχαρη. Τρία πιάτα. Τα δύο με δύο φέτες ψωμί και ένα με μία φέτα.

Ώρα επτά ακριβώς.
Ο Χρήστος πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Ξυπνάει την γυναίκα του με τη συνηθισμένη για αυτόν έκφραση: "Επτά η ώρα. Σήκω. Πρέπει να πάμε στη δουλειά". Στη συνέχεια κατευθύνεται στο δωμάτιο των παιδιών και με δύο δυνατά παλαμάκια τους λέει: "Ώρα για σχολείο!!!"

Ώρα επτά και μισή.
Ο Χρήστος φτάνει στο γραφείο του. Ανεβαίνει και καλημερίζει όλους τους συναδέλφους του με μια μετρίου τόνου "καλημέρα". Δούλευε εκεί τα τελευταία 23 χρόνια. Κάθεται στο πλήρως τακτοποιημένο γραφείο του και ανοίγει τον υπολογιστή του. Απαραίτητο εργαλείο για την δημοσιογραφία. Και ειδικά για έναν δημοσιογράφο σαν τον Χρήστο, που χρησιμοποιούσε το internet σαν κύρια πηγή ενημέρωσης.


Το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να ανοίξει τα mail του.

Από: you
Ώρα: 23:59
"Έστειλα mail στον εαυτό μου; Χα χα. Περίεργο φαίνεται. Για να δούμε τι λέει;"

Άγνοια - 2. Η γέννηση


Τα βήματα ακούγονται βαριά μέσα στο βρεγμένο δρόμο. Η βροχή ασταμάτητη. Μια γυναίκα, με ένα καλάθι στο χέρι της, τρέχει μόνη στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης. Κάποια στιγμή αφήνει το καλάθι κάτω, μέσα στην μέση του δρόμου και συνεχίζει να τρέχει, χωρίς κανένα βάρος πια, ακολουθώντας τα πιο σκοτεινά σοκάκια της πόλης, της ίδιας της, της ψυχής.

Εκεί τον βρήκαν. Μετά από μερικές ώρες να κλαίει μέσα στο καλάθι. Μόνος του. Μόνος γεννήθηκε και ήρθε σε αυτόν τον κόσμο.
Εκείνη η συμπαθητική κυρία δεν σκέφτηκε να τον δώσει ποτέ στο ίδρυμα. Θα τον κρατούσε κοντά της. Του έδωσε και το όνομα του άντρα της που είχε πεθάνει χρόνια τώρα. Βασίλης.
ένα μωρό στο φτωχικό της σπίτι. Ένα μωρό στην καρδιά της.

Άγνοια - 1. Η Φωτιά

Ανοίγοντας τα μάτια του βρέθηκε δεμένος σε μια καρέκλα στο κέντρο ενός δωματίου που ποτέ του δεν είχε ξαναδεί. Προσπαθώντας να καταλάβει τι του είχε συμβεί, αντιλήφθηκε γρήγορα ότι από πίσω του έρχονταν καπνός. Γυρίζοντας το κεφάλι του με δυσκολία προς τα πίσω κατάλαβε πλέον πως το δωμάτιο καίγονταν.
Λειτούργησε ενστικτωδώς. Παρατήρησε τον χώρο τριγύρω του. Ένα κρεβάτι που πια είχε πιάσει φωτιά, μια ντουλάπα και ένα κομοδίνο. Τίποτα άλλο.
Με τα πόδια του περιέστρεψε την καρέκλα του 180 μοίρες και δίνοντας ώθηση βρέθηκε κοντά στην ντουλάπα. Με κινήσεις πάνω κάτω μπόρεσε μετά από λίγα λεπτά να κόψει το σκοινί που τον κρατούσε δέσμιο στην καρέκλα. Ο καπνός είχε γίνει πυκνός και η φωτιά είχε αποκλείσει την πόρτα του δωματίου. Η μόνη διέξοδος το παράθυρο.
Άνοιξε την ντουλάπα και άρπαξε όσες πετσέτες και σεντόνια βρήκε. Τα έδεσε μεταξύ τους. Έδεσε την μία άκρη στην ντουλάπα που βρίσκονταν δίπλα στο παράθυρο και κοίταξε κάτω.
Βρίσκονταν στον δεύτερο όροφο. Πέταξε το αυτοσχέδιο σκοινί κάτω και με ένα σάλτο κατέβηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κάνοντας μια κατάβαση με το σκοινί που ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει πως.

Ακουμπώντας τα πόδια του στο χώμα ένοιωσε κατ` αρχάς μια απέραντη ανακούφιση.
Κοίταξε γύρω του.
Μα που βρίσκονταν; Ένα ερημικό χωριό, με χαμηλά ξύλινα σπιτάκια, που θύμιζε γουέστερν απλώνονταν γύρω του.
Πως βρέθηκε εκεί;

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 22, 2007

Φιλοσοφική συζήτηση 9

Χωρίς παρεξήγηση παραθέτω:

Για όλα φταιν` οι γκόμενες
οι πρώην κι οι επόμενες,
επώνυμες κι ανώνυμες,
παράνομες και νόμιμες
και γενικώς!!!



[το νόημα είναι βαθύτερο]

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2007

Μισθός

Άντε και ένα ανέκδοτο παλιό, που το ξανάκουσα σήμερα
(για να επανέλθω ομαλά στους συγγραφικούς μου οργασμούς):

Ήταν ένας Άγγλος, ένας Γερμανός και ένας Έλληνας.
Εκεί που κάθονταν ρωτάει ο Άγγλος τον Γερμανό:
- Πήρατε αύξηση φέτος;
- Πήραμε, πήραμε!!!
- Και τι τα έκανες τα χρήματα;;;
- Ε, να αγόρασα ένα σπίτι.
- Καλά και τα υπόλοιπα;;;
- Με τα υπόλοιπα αγόρασα μια Μερσεντέζ!!!

Μετά ρωτάει ο Γερμανός τον Άγγλο:
- Πήρατε αύξηση φέτος;
- Πήραμε, πως δεν πήραμε !!!
- Και τι τα έκανες τα χρήματα;;;
- Ε , να αγόρασα για την κόρη μου ένα διαμέρισμα.
- Καλά και τα υπόλοιπα;;;
- Με τα υπόλοιπα αγόρασα μια BMV!!!

Ρωτάει και ο Άγγλος τον Έλληνα:
- Πήρατε αύξηση φέτος;
- Πήραμε, πήραμε !!!
- Και τι τα έκανες τα χρήματα;;;
- Ε να, αγόρασα ένα παπάκι...
- Καλά και τα υπόλοιπα;;;
- Τα υπόλοιπα τα έβαλε η μάνα μου!!!

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2007

Φιλοσοφική συζήτηση 8

Αγαπάμε εκεί όπου υπάρχει ένα ζημιωμένος τρίτος.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 11, 2007

Ο γλάρος

Πες μου κάτι, κι αλήθεια να `ναι...
Θα σου πω ό,τι θες, αλλά την αλήθεια δυστυχώς δεν θα την βρεις εδώ.
Και που θα την βρω, γλάρε;
Ευτυχώς πουθενά.
Πουθενά; Και γιατί ευτυχώς;
Νεαρέ μου...πόσο μεγάλωσες τελικά...Πριν δέκα χρόνια που βρεθήκαμε ξανά σε τούτο τον χώρο οι έγνοιες σου ήταν άλλες. Ουσιαστικές. Πολύτιμες.
Πες μου γλάρε. Γιατί ευτυχώς;
Μα δεν καταλαβαίνεις λοιπόν ότι δεν υπάρχει; Αλλά ακόμα κι αν υπήρχε είμαι σίγουρος ότι δεν θα ήθελε να το ήξερε κανείς. Μονάχη θα κάθονταν και θα κοίταζε. Γιατί αν εμφανιζόταν τότε όλα ανούσια θα ήταν. Και πως θα ζήσεις, νεαρέ μου, χωρίς ουσία; Να γιατί...
Ίσως την μάθω όταν πεθάνω τότε...
Για κοίτα με λοιπόν, νεαρέ μου φιλόσοφε. Κοίτα έναν νεκρό. Κοίταξέ με. Και πίστεψέ με. Δεν γνωρίζω τίποτα απολύτως. Δεν υπάρχω καν. Μια ουτοπία του μυαλού σου είμαι.
Φοβάμαι γλάρε.
Και τι θα ήσουν χωρίς φόβους;
Πεινάω.
Και πως θα γευόσουν χωρίς πείνα;
Διψάω...
...και η δίψα πόθος και πάθος!!!
Κι αν όλα είναι μια αυταπάτη;
Αχ μικρέ μου νεαρέ. Δεν το κατάλαβες λοιπόν; Μα φυσικά και είναι. Μα δεν θα το μάθεις ποτέ. Να ξέρεις μόνο ότι λέω πάντα την αλήθεια. Κι αυτό που λέω είναι ένα μεγάλο ψέμα!!!

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 09, 2007

Βροχούλα

Ο καιρός έγινε όπως τον ήθελα πάντα. Μουντός. Ο ήλιος κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα δίνοντας στον κόσμο μας μόνο εκείνο το απαλό φως, που κάνει όλα τα χρώματά σκούρα.

Χθες τα γενέθλια. Θυμήθηκα ξανά τα πράσινα μάτια. Και την βροχή...

Έλα λευκό μου σύννεφο και γίνε προσκεφάλι
για το παιδί το χνουδαλό που ο ύπνος το' χει πάρει.

Να κοιμηθεί σαν βασιλιάς και πριν καλοξυπνήσει
μεσ' απ' τα βάτα της σιωπής στ' όνειρο να βαδίσει.

Να είναι τ' όνειρο καλό απατηλό ας είναι
κι ύστερα γύρισε ψηλά κι αν θες βροχούλα γίνε.
Η βροχή αρχίζει να πέφτει και μια σταγόνα κολλάει στο τζάμι της μπαλκονόπορτας μου, χτυπώντας την δυνατά. Κολλάω το πρόσωπό μου πάνω στο τζάμι και η ανάσα μου το θολώνει από μέσα.
Ύστερα γυρίζω πίσω στο γραφείο, πιάνω την πένα και συνεχίζω τα χειρόγραφα.
Κάπου κάπου σταματάω για μια γουλιά ζεστό καφέ, κοιτάζοντας έξω τον χαλασμό.
Η μόνη σκέψη είναι ότι κάποτε μπορεί να σταματήσει η βροχή. Ευτυχώς όμως, ακόμα κι αν συμβεί κάτι τέτοιο το πιθανότερο είναι να ξαναρχίσει.
Και όπως και να το κάνουμε, είναι μια παρηγοριά κι αυτό…

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2007

Νύχτα - Μέρα

Ο ήλιος ανέρχεται στον ουρανό και χαμογελαστός μιλεί και λέει:
- Καλημέρα!!!
- Καλημ...
- Τρέχα να πλυθείς θα αργήσεις.
- ΟΚ Πηγαίν...
- Ασ` το δεν προλαβαίνεις. Πρέπει να πας για ψωμί, γιατί δε θα προλάβεις.

- Καλημ...
- Τι ψωμί θες;
- Ένα λ....
- Δείξ` το, με καθυστερείς.

- Ήλιε!!! Καλημ...
- Τρέχα να πληρώσεις λογαριασμούς, τα κοινόχρηστα, το νοίκι, ναι και εκείνο που χρωστάς, να διαβάσεις, όχι πασαλείμματα, να πλύνεις το αμάξι, να κατουρήσεις, να φας, να πιεις νερό, να δεις τα mail, να απαντήσεις στα mail, να δεις τηλεόραση και να κατεβάσεις από το internet αυτά που σου λείπουν, να ξαναδιαβάσεις γιατί δεν θα προλάβεις τόσο που χαζεύεις...
- Τρέχω!!!
- Δεν θα προλάβεις, δεν θα προλάβεις, δεν θα προλάβεις....
- Γαμώτο πρέπει να προλάβω. Πρέπει. Πρέπει.

- Ήλιε!!! Τα τελείωσα όλα!!! ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!
- Τώρα νύχτωσε μαλάκα. Μίλα στο φεγγάρι.

Το φεγγάρι ανέρχεται στον ουρανό και χαμογελαστό μιλεί και λέει:
- Καλησπέρα!!!
-Καλησπ...
- Τρέχα να....

-ο-
Ο μικρός παίρνει επιτέλους το ύφος, αυτό με το σηκωμένο φρύδι και φωνάζει:
- Αϊ και γαμήσου!!!

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 01, 2007

Φιλοσοφική συζήτηση 7

- Όταν ήσουν μικρός, τι ήθελες να γίνεις ;
- Μεγάλος!!!

12. Προς το παρόν τέλος

Σήμερα ξύπνησα από τα χαράματα. Όπως κάνει η γιαγιά μου. Λίγο πριν ξημερώσει.
Έκατσα στο μπαλκόνι με τις γαρδένιες και τα κληματόφυλλα από πάνω μου και ήπια τον καφέ μου [ελληνικό σκέτο].
Στον δρόμο κανείς. Άλλωστε, ούτε στις κανονικές ώρες δεν κυκλοφορεί κανένας.

Σήμερα Σάββατο είπα να φτιάξω τον κήπο. Πήρα την τσάπα και άρχισα να κόβω την αγριάδα που είχε γεμίσει την αυλή και το παρτέρι. Η φρέζα δεν κάνει γιατί η αγριάδα αν μείνει στο έδαφος και ανακατευτεί γίνεται διπλάσια.
Μέσα σε λίγη ώρα ο κήπος έγινε πανέμορφος. Πότισα κιόλας.
Ξύπνησε και ο Christopher. Τον ανέβασα στο τρακτέρ και πήγαμε προς τον γιαλό. Ήπιαμε κι εκεί ένα καφέ και κάναμε μια βουτιά στην θάλασσα.
Μετά πήραμε τον δρόμο για το χωράφι. Πήγαμε να ανοίξουμε το νερό αλλά . . . ο Christopher πάλι τα έκανε όλα μαντάρα. Νομίζω ότι ευθύνεται που έσπασε ξανά η πομώνα. Αλλά δεν θύμωσα. Ίσα ίσα πέθανα στο γέλιο με την τρομάρα που πήρε όταν άρχισε να πετάγεται το νερό στον αέρα σαν συντριβάνι.
Μετά πήγα και βρήκα τον μεγαλοτσιφλικά που πότιζε εκείνη την ώρα και του είπα ότι ευθύνεται για την πομώνα και τον έβαλα να πληρώσει για να την φτιάξει. Του την χρώσταγα του άτιμου.
Έτσι λοιπόν ήρθε το βράδυ. Και η ημερομηνία έδειχνε πλέον 1 Σεπτέμβρη.
Αύριο λοιπόν φεύγει ο Christopher με το αμάξι του (τον χάρο) για Πάτρα. Άρχισε η εξεταστική.
Μαζί με τον Christopher όμως φεύγω κι εγώ. Πάω Πάτρα να συνεχίσω τις σπουδές.
Τα χωράφια τα αφήνω σε καλά χέρια. Και στο σπίτι γυρίζει η γιαγιά μου. Όλα τακτοποιημένα λοιπόν.
Ετοιμάσαμε βαλίτσες.
Τα πρωί φεύγουμε για Πάτρα!!!

Αλλά η αγροτιά δεν ξεμπέρδεψε μαζί μου. Μην ξεχνάτε ότι η Πορταριά είναι το χωριό της μάνας μου, τα λίγα χωράφια δικά μας και από Οκτώβρη αρχίζει η σπορά.