Τρίτη, Μαρτίου 27, 2007

Οργουελικές καταστάσεις


Σήμερα θα παραθέσω απλά το τέλος του βιβλίου «Φάρμα των Ζώων».
Τα συμπεράσματα δικά σας…

«Δώδεκα οργισμένες φωνές που έμοιαζαν όλες ίδιες. Τώρα δεν υπήρχε αμφιβολία για το τι είχε συμβεί στις μουσούδες των γουρουνιών. Τα ζώα κοίταζαν από γουρούνι σε άνθρωπο και από άνθρωπο σε γουρούνι και ξανά από γουρούνι σε άνθρωπο: μα έμοιαζαν τόσο πολύ που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσουν ποιος ήταν γουρούνι και ποιος άνθρωπος.»

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2007

Α-ΝΕ-ΞΑΡΤΗΣΙΑ - ΛΑΙΚΗ - ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ


Ο Μπους ανακήρυξε την 25 Μάρτη ως μέρα ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Κι έτσι κι εμείς περήφανοι πλέον έχουμε τη δική μας 4th of July!!!
Δεν μας χέζεις ρε Μπουςτη. Αμφιβάλω αν ξέρεις έστω που πέφτει η Ελλάδα, και αν ξέρεις τίποτα παραπάνω από την παρωδία του Παπαρρηγόπουλου.

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2007

Μικρές Περιπλανήσεις 3

Διαδρομή προς την Γευγελή


Βράδυ στο τρένο.
Για το ταξίδι αυτό κανονικά είναι καλό.
Μικροί κάναμε εκείνα, τα «ταξίδια του χάρτη» τα λέω εγώ, εκείνα τα ταξίδια που ξέραμε ότι ποτέ δεν θα τα πραγματοποιούσαμε, παρά μόνο πάνω στον χάρτη και στην τότε ακαταμάχητη φαντασία μας. Σε αυτά τα ταξίδια λοιπόν που όλα ήταν ρόδινα και μαγικά, πάντα σχεδιάζαμε νυχτερινή διαμονή στο τρένο που θα παίρναμε μεταξύ των πόλεων που θα επισκεπτόμασταν. Το τρένο ήταν τότε για μας το δεύτερο σπίτι μας. Πήγαινε παντού και ήταν το πιο βολικό μέρος. Εκεί φανταζόμασταν ότι θα κοιμόμασταν, θα τρώγαμε και ίσως θα κάναμε έρωτα στις όμορφες ξανθιές κοπέλες που θα κάθονταν στο απέναντι κάθισμα και θα μας χαμογελούσαν.
Η πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερη. Ειδικά αν έχεις αϋπνίες. Όταν εσύ θες να μιλήσεις λιγάκι με τον δίπλα, να πεις καμιά βλακεία να περάσει λιγάκι η ώρα, να παίξεις κάνα χαρτί, να, να, να...ε αν ταξιδεύεις βράδυ όλα αυτά είναι αδύνατα.
Ώρα να χρησιμοποιήσω επιτέλους τον σάκο μου. Ψαχουλεύω λιγάκι την χαώδη κατάσταση στο εσωτερικό του, χωρίς να ρίξω ούτε ένα βλέμμα. «Να το». Βγάζω το mp3 μου. Ας βάλουμε κανένα τραγούδι μπας και μπορέσουμε να κοιμηθούμε. Θες να το πεις τύχη, πεπρωμένο ή απλά δεδομένο, το πρώτο τραγούδι ταιριάζει ταμάμ με τον προορισμό μου.
Είπαμε Γευγελή…και το τραγούδι από τον τελευταίο δίσκο του Θανάση με την μελωδική μουσική του Σωκράτη αρχίζει.

Μες την κοιλα, όπως τα λέω, μες την κοιλάδα των Τεμπών
Φόβος των μηχανοδηγών
Είναι ένας γέρο, όπως τα λέω, είναι ένας γέρο πλάτανος
φαφούτης και παράφορος
. . .
Κι όποτε παι, όπως σας λέω, κι όποτε παίρνει ανάποδες
γέρνει και πέφτει στις γραμμές
Πιάνει το τρε, όπως τα λέω, πιάνει το τρένο από τ΄ αυτί
Μην την περνάς τη Γευγελή

Το μυαλό μου ταξιδεύει ασυναίσθητα στις παλιές μέρες. Εκείνες τις ωραίες μέρες την νιότης. Μικρός λοιπόν, είχα ένα συνήθειο να συνδέω τους ανθρώπους με τα μέρη που τους έβλεπα. Ήμουν πεπεισμένος, για παράδειγμα ότι έχω έναν θείο γιατρό, επειδή δούλευε στο Κέντρο Υγείας. Μετά βέβαια έμαθα ότι δεν ήταν και αλήθεια χάρηκα γιατί δεν τα πήγαινα και πολύ καλά με τους γιατρούς, ειδικά με εκείνους που μικρό μου έβαζαν εκείνο το αηδιαστικό ξυλάκι στην γλώσσα για να δουν αν έχω πρησμένες αμυγδαλές.
Είχα και έναν άλλο θείο. Είχε σχέση με τα τρένα. Όχι, όχι. Πραγματικά είχε. Σταθμάρχης. Δούλευε τότε στην Γευγελή. Μια φορά πήγα κι εγώ για παρέα. Ταξιδέψαμε μέσα στην μηχανή του τρένου και ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα. Έμαθα και κάνα δυο-τρεις λέξεις στα Σέρβικα. Αμυδρά θυμάμαι την πόλη της Γευγελής και εκείνο το παγωτό στους δρόμους της και τον θειο μου να με αφήνει και καλά υπεύθυνο για τα τρένα γεμίζοντας με, με το άγχος της υποτιθέμενης υπευθυνότητας. Παιδικές αναμνήσεις.

Κοιμήθηκα.
Που είμαστε; Φτάσαμε. Ο κόσμος αναστατωμένος αρπάζει βίαια τις τσάντες και τα μπαγάζια του και κατεβαίνει από το τρένο. Τρίβω το πρόσωπό μου, μήπως και έτσι καταφέρω την πιο γρήγορη επαναφορά μου στο τώρα. Το τώρα…
Πρέπει να φτάσαμε.
“Συγγνώμη, Που βρισκόμαστε;”
Ρε γαμώτο. Δεν μου θυμίζει τίποτα αυτό το μέρος. Και κανένας δεν μιλάει Ελληνικά;
Οπ. Ακούω ελληνική διάλεκτο.
"Φίλε. Φίλε!!! Να σε ρωτήσω κάτι; Τι έγινε που είμαστε;"
"Καλά ρε φίλε δεν πήρες χαμπάρι; Αποκολλήθηκε το τελευταίο βαγόνι πριν κάνα χιλιόμετρο και…"
Σταματώ να ακούω τον τύπο, έχοντας το βλέμα μου κολλημένο στο τρένο.
"Και δεν μου λες…για Γευγελή είμαστε μακριά;"
"Με τα πόδια καμιά ώρα"
"Και δεν προβλέπεται να ξεκινήσει το τρένο ε;"
"Μπα ψάχνουν να βρουν τους υπόλοιπους", λέει με ένα ύφος χιουμουριστικό που καθόλου δεν με ενθουσίαζε εκείνη την στιγμή.

Αποφαζίζω να το πιάσω με τα πόδια. Άλλωστε μια ώρα δεν είναι και τίποτα. Αδιαφορώντας για τον παράπλευρο δρόμο, ανεβαίνω στις ράγες και αρχίζω να περπατάω. Έτσι κάνουν σε όλες τις ταινίες, έτσι κι εγώ. Άλλη μια φορά που το επιχείρησα πριν χρόνια ήρθε τρένο και με ανάγκασε να πηδήξω μέσα στις λάσπες και τα γράσα. Αντίθετα στις ταινίες πηδάνε πάντα σε λίμνες…
Η διαδρομή ήταν πολύ καλύτερη από ότι την περίμενα. Η φύση ήταν καταπληκτικά όμορφη, αμίλητη κι ακίνητη εκείνη την μέρα.
Στο μισάωρο, το στομάχι μου πια δεν άντεχε άλλο από την πείνα. Θα καταφύγω σε κάτι που δεν μου άρεσε να κάνω ιδιαίτερα αλλά δεν το θεωρούσα δα και κακούργημα. Πλιάτσικο.
Το πρώτο πράγμα που πέφτει στην αντίληψή μου είναι ένα χωράφι με ντομάτες, αγγούρια και διάφορα άλλα τέτοια. Ορμάω. Αρχίζω με μανία να κατασπαράζω τις ντομάτες, σκουπίζοντάς τες πριν στην μπλούζα μου, έτσι για τους τύπους.
Η μανία μου, εμφυτευμένη στην πείνα και στην νοστιμιά του φρέσκου, κόβεται όταν ένα χέρι με ακουμπάει στον ώμο...

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007

Μικρές περιπλανήσεις 2

Πέρασμα από την Θεσσαλονίκη.



Ο εαυτός μου κόλλησε πάνω στις φιγούρες των δέντρων πάνω στο τζάμι. Γέρνω το κεφάλι μου και κλείνω τα μάτια ασυναίσθητα. Κι ενώ για άλλους ο ήχος και το ταρακούνημα του τρένου αποτελεί σπάσιμο νεύρων, για μένα αποτελούσε το γλυκό χέρι της γειτόνισσας πριν χρόνια όταν ήμουν ακόμα βρέφος πάνω στην κούνια της γειτονιάς στο παλιό σπίτι. Η κούραση που τριγύριζε μέσα μου παραδόθηκε.
Χωρίς όνειρα αυτή τη φορά.
Νιώθω ένα χέρι να μου ακουμπά τον ώμο.
- “Ε…συγγνώμη. Φτάσαμε Θεσσαλονίκη. Εδώ δεν κατεβαίνεις;”
Ανοίγω τα μάτια μου και την βλέπω μπροστά μου. Μαύρα μαλλιά, σπαστά, και μαύρα μάτια. Της χαμογελώ και της λέω ευχαριστώ. Μαζεύω τα πράγματά μου και κατεβαίνω από το τρένο. Και τώρα; Τώρα τίποτα. Βόλτα στην πόλη μέχρι την αναχώρηση του τρένου σε 12 ώρες.
Η ώρα 2 το μεσημέρι. Κάθομαι στο παγκάκι έξω από τον σταθμό. Προς τα πού είναι το κέντρο; Σκεφτόμενος προς τα πού να βαδίσω ακούω μια αποφασιστική φωνή από πίσω μου:
- “Μαρία.”
Γυρίζω και είναι η κοπελιά που με ξύπνησε πριν στο τρένο. Χαμογελώ, της δίνω το χέρι μου και της λέω το όνομά μου.
- "Αλεχάντρο".
Φυσικά δεν με λένε έτσι αλλά ένας φίλος μου, μου είχε πει ότι το όνομα αυτό είναι άκρως ερωτεύσιμο από το γυναικείο φύλο.
- "Ωραίο όνομα. Σπουδάζεις;", μου λέει.
- "Όχι. Ταξιδεύω!!!"
Μου χαμογελάει.
- "Και τι κάνεις εδώ;"
- "Θα περιμένω το επόμενο τρένο. Φεύγει σε 12 ώρες. Μήπως ξέρεις προς τα πού είναι το κέντρο;"
- "Θες να πάμε για καφέ;"
Η ιδέα με ενθουσίασε. Φυσικά. Ένας καφές, με μια ωραία κοπέλα είναι ο κατάλληλος συνδυασμός. Το ταξίδι μου άρχισε να με ενθουσιάζει πριν καλά-καλά αρχίσει.
- "Ελπίζω να μην σε καθυστερώ από κάτι…"
- "Όχι, όχι. Πάμε;"
- "Πάμε…"

Η μέρα εξελίσσεται θαυμάσια. Η αλήθεια είναι ότι περίμενα το ταξίδι πιο μοναχικό. Μόνο από νέες γνωριμίες. Μόνο από γνωριμίες. Δεν βγήκαν σε καλό τόσα χρόνια. Περπατάμε την Τσιμισκή και φτάνουμε στο ύψος της Αριστοτέλους. Απέναντι υπέροχες μυρουδιές. “Τερκενλης”, λέει. Αυτή η οσμή. Σαν άρωμα γυναίκας που σε περιμένει γυμνή στο κρεβάτι. Αποσβολωμένος για μερικά λεπτά στην όμορφη τούτη παρουσία και κατευθυνόμενος σε αυτό το ζεστό κρεβάτι σηκώνω το χέρι μου και δείχνω στο παιδί εκείνο το νόστιμο τσουρέκι με το σιρόπι σοκολάτας.
«Θα μου βάλετε ένα κομμάτι» λέω με φωνή σχεδόν λάγνα, μη παίρνοντας τα μάτια μου πάνω από το λαχταριστό κομμάτι. Αυτή είναι η Θεσσαλονίκη είπα μέσα μου.
Ακουμπώ το κομμάτι στα χείλη μου και δαγκώνω γρήγορα το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο…κομμάτι.. Ερωτική απόλαυση πέντε λεπτών και ο νους μου γυρνάει ξανά στην πραγματικότητα.
«Μαρία;»
Έφυγε. Μα φυσικά. Έτσι δεν ήταν πάντα σ` αυτήν την χώρα; Ενδιαφέρον και αδιαφορία. Ένα χαμόγελο αυτό-επιβεβαίωσης μου ξεφεύγει προς στιγμήν. Το ξέρω αυτό που έχουν εδώ πάνω. Συντηρητική αντιδραστικότητα λέγεται. Και ο κόσμος περνά δίπλα μου. Αδιαφορώντας. Και παρατηρώ έναν-έναν. Σπιθαμή προς σπιθαμή. Περπατάνε με σταθερό βήμα όλοι τους. Και αν καμιά φορά το χάνουν, κάνουν ένα πηδηματάκι και το ξαναβρίσκουν. Αυτό το πηδηματάκι που δεν έκανα ποτέ. Παίρνω τον δρόμο προς την θάλασσα από τον πεζόδρομο της Αριστοτέλους. Έφτασα στην παραλία. Κάθομαι στο παγκάκι και κοιτάζω τον Λευκό πύργο και τον βρόμικο Θερμαϊκό. Στις ελληνικές πόλεις αυτό που αξίζει να βλέπεις είναι η θάλασσα.
Την φυγή και την επάνοδο.
Ο ήλιος πέφτει. Ήρθε η ώρα να αρχίσει το ταξίδι.
Επιστρέφω στον σταθμό μόνος. Όπως άρχισα. Όπως όλοι αρχίζουμε και όπως όλοι τελειώνουμε…
Αλεχάντρο φύγαμε!!!

Κυριακή, Μαρτίου 18, 2007

Μικρές Περιπλανήσεις 1

Η Αρχή

Αρχίζω έναν νέο κύκλο διηγημάτων που θα έχουν το εξής χαρακτηριστικό: θα περιγράφουν καταστάσεις και μέρη που ίσως ποτέ δεν έχω ζήσει ή έχω πάει. Ένα ταξίδι φαντασίας και ρομαντισμού. Ελπίζω να βγει κάτι καλό…Οψόμεθα!!!

-ο-


Ξημερώματα Σαββάτου. Πετάγομαι ξαφνικά από το κρεβάτι. Περίεργο δεν είναι; Καμία φορά το βιολογικό ρολόι μας λειτουργεί άψογα. Μισό λεπτό πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι εσύ έχεις ήδη ξυπνήσει, σαν κάποιος μέσα σου να σου λέει ότι κάτι δεν πάει καλά και πρέπει να πεταχτείς όρθιος όσο πιο βίαια γίνεται. Χωρίς χουζούρεμα, χωρίς αισθήσεις…χωρίς αισθήματα. Άλλες πάλι, αδιαφορεί παντελώς, μετατρέποντάς σε, σε ένα κοιμισμένο ρεμάλι της διπλανής πόρτας που το μόνο που ξέρει είναι να κοιμάται, να πηδάει και να ακούει μουσική στις 5 τα ξημερώματα.
Εκείνη την μέρα βέβαια ο ύπνος δεν ήταν καθόλου απολαυστικός. Ξυπνούσα κάθε μία ώρα με πολλά ενδιάμεσα όνειρα που προσέγγιζαν τον τίτλο εφιάλτη, αλλά αδυνατώ να θυμηθώ οποιοδήποτε από αυτά. Ο ίδιος μας ο εαυτός μας παίζει περίεργα παιχνίδια καμιά φορά. Μας φοβίζει, μας παιδεύει σαν να ήταν ο χειρότερος μας εχθρός, αλλά τελικά γίνεται αυτό-προστατευτικός δίνοντας μας αυτήν την μαγική ιδιότητα της λήθης. Άπειρος λήθη, που λέει και η Δημουλά. Το άγχος ήταν εμφανές. Ίσως και η στεναχώρια λιγάκι. Η χθεσινή Παρασκευή ήταν η μαύρη Παρασκευή. Χωρισμός και μεθύσι. Και μία απόφαση που περιγράφεται με μια μονάχα λέξη: Φυγή με το Φ κεφαλαίο.
Η ώρα πέντε και δώδεκα πρώτα λεπτά. Το τρένο έφευγε στις έξι παραπέντε. Η απόφαση οριστική. Ταξίδι στην Ευρώπη. Μόνος με μόνη συντροφιά τον σάκο μου και τις επερχόμενες εμπειρίες.
Ανοίγω το ραδιόφωνο και ένα παλιό, αλλά γνώριμο τραγούδι ακούγεται ισχνά από τα ηχεία.

Μικρές περιπλανήσεις μ' εκείνους που δεν ήρθαν
στις άδειες ώρες θ' ακουμπήσεις θα χαθείς
ψεύτικα σαν στολίδια τα λόγια σου λυγάνε
πώς να σωθείς

Χαμογελώ. Ήρθε η ώρα να ετοιμαστώ. Βγάζω εκείνο τον σάκο που ποτέ δεν χρησιμοποίησα. Εκείνον τον τεράστιο σάκο που πάντα με γοήτευε. Λίγα ρούχα, φακό, σλίπιμπανγκ, και διάφορα μικροαντικείμενα που θεώρησα ότι θα χρησιμεύσουν στην πορεία. Πλέον η βαλίτσα έμοιαζε με αυτήν του Sport Billy. Τόσο μικρή σε σχέση με αυτά που είχα βάλει μέσα. Μια χούφτα δολάρια και φύγαμε.

Έξι παρά δέκα και ο σταθμός σχεδόν άδειος. Δώδεκα ώρες μέχρι την Γευγελή, με μια ενδιάμεση στάση στην Θεσσαλονίκη και μετά βλέπουμε.
Το τρένο γέρικο και κατά-κουρασμένο από την χρήση. Δεκαετίας 70. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και μπαίνω μέσα. Με γρήγορο βήμα βρίσκω μια θέση κοντά στο παράθυρο, ακουμπώ τον σάκο κάτω και ανοίγω ένα σάντουιτς που γρήγορα είχα φτιάξει φεύγοντας από το σπίτι. Πάντα μου άρεσε να κάθομαι από το παράθυρο. Ειδικά όταν ταξίδευα νύχτα. Όταν κοιτώντας έξω μπορούσες να δεις ταυτόχρονα τον ίδιο σου τον εαυτό, αλλά και τον εξωτερικό κόσμο ζωγραφισμένο πάνω στο τζάμι. Πάντα το θεωρούσα πολύ κινηματογραφικό και ρομαντικό κάτι τέτοιο.
Το τρένο ξεκίνησε.
Η φυγήν, φυγείν αδύνατην!!!

Παρασκευή, Μαρτίου 16, 2007

Εν δυο

Λόγω των ημερών...

-ο-

Επί χούντας λοιπόν, και ενώ οι αντιδημοκρατικές τακτικές της δικτατορίας ήταν πια εμφανείς [η ελευθερία λόγου μηδαμινή, ο κόσμος αναγκασμένος να πηγαίνει στα γήπεδα, κτλ κτλ], βρισκόμαστε στην Αθήνα.

Σκηνοθετικό πλάνο: η κάμερα δείχνει από ψιλά την Αθήνα και σιγά-σιγά εστιάζει έξω από το σπίτι του Παπαδόπουλου.

Εκεί βρίσκεται ο Μπόμπος αγανακτισμένος. Με μίσος και θυμό στο πρόσωπό του κοιτάζοντας το μπαλκόνι του σπιτιού του Παπαδόπουλου και ενώ μόνος κι έρημος μιας και οι δρόμοι ήταν αδειανοί, αρχίζει να φωνάζει με σπαραγμό ψυχής:
«Κάτω ο Παπαδόπουλος, κάτω ο Παπαδόπουλος!!!»
Μέσα σε ένα λεπτό λοιπόν σκάνε μύτη ασφαλίτες, μπάτσοι, κακό και αρχίζουν να τον βαράνε με μανία και μίσος διατάσσοντάς τον να σταματήσει να φωνάζει.
Αλλά ο Μπόμπος απτόητος:
«Κάτω ο Παπαδόπουλος, κάτω ο Παπαδόπουλος!!!»

Την επόμενη μέρα λοιπόν, ο Μπόμπος ξανά έξω από το σπίτι του Παπαδόπουλου με σπασμένα χέρια, πόδια και πλευρά αρχίζει πάλι τα ίδια:
«Κάτω ο Παπαδόπουλος, κάτω ο Παπαδόπουλος!!!»

Ξανά σκάνε μύτη οι μπάτσοι και οι ασφαλίτες και τον ξεσκίζουν στο ξύλο. Αλλά ο Μπόμπος απτόητος συνεχίζει να φωνάζει:
«Κάτω ο Παπαδόπουλος, κάτω ο Παπαδόπουλος!!!»

Αυτό γινόταν επί ένα μήνα οπότε μια μέρα ξανά μανά τα ίδια έξω από το σπίτι του Παπαδόπουλου.
Φώναζε ο Μπόμπος:
«Κάτω ο Παπαδόπουλος, κάτω ο Παπαδόπουλος!!!»
Έρχονται οι μπάτσοι και οι ασφαλίτες και αρχίζουν να τον δέρνουν.
Κάποια στιγμή ένας μπάτσος σκέφτεται ότι δεν γίνεται άλλο αυτό το πράγμα και παίρνει την πρωτοβουλία να σταματήσει για λίγο τους άλλους που τον σαπίζανε στο ξύλο και να τον ρωτήσει:
«Καλά ρε φίλε, να σου πω. Ένα μήνα ολόκληρο σε έχουμε σαπίσει στο ξύλο και εσύ συνεχίζεις να φωνάζεις. Δεν καταλαβαίνω γιατί συνεχίζεις…»

Και εκεί ο Μπόμπος σταματά για λίγο να φωνάζει «κάτω ο Παπαδόπουλος» και του απαντά:
«Μα καλά μπισκότα είναι αυτά που κάνει…»

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2007

smile

Στον πρώτο πόλεμο του κόλπου (`91) βλέπανε λέει από δορυφόρο την μάρκα τσιγάρων των στρατιωτών.
Τώρα εν έτει 2007, αν ο απλός πολίτης μπορεί να δει free κάτι τέτοιο:

- Μια ωραιότατη παραλία
- Μια πισίνα στο Λας Βέγκας
- Ένα δελφινάκι μέσα σε μια πισίνα στο Λας Βέγκας
- Αγορά στην Αφρική
- Φώκιες!!!!
- Αραλίκι στην Καλιφόρνια!!!
- Αυτό το πράγμα κάπου πάει...που πάει??

...φανταστείτε οι μυστικές υπηρεσίες και οι διάφορες κυβερνήσεις τι μπορούν να δουν!!!
Όπως είπε και ο φίλτατος Woody Allen:

"I believe there is something out there watching us. Unfortunately, it's the government."

Κοιτάξτε πάνω και σκάστε και ένα χαμόγελο!!!

-ο-

* καλά όχι ότι δεν τα ξέραμε…

Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2007

Η γενιά του τάπερ


«Τα ταπεράκια μην ξεχάσεις να μου φέρεις πίσω!!!»

Αθάνατα φοιτητικά χρόνια!!!
Σπιτικό φαΐ σε συσκευασία στρόγγυλη ή ορθογώνια κεκλεισμένη και διατηρηθείσα εις κατάψυξην, η οποία έχει ένα χρόνο να αποψυχθεί και ο πάγος κοντεύει να σπάσει το ψυγείο.

«Αμάν ρε μάνα. Πόσα τάπερ με έβαλες; Δεν χωράνε στο ψυγείο…»

Έπειτα βγάζεις το τάπερ, το αναποδογυρίζεις στο πιάτο και βάζεις το φαΐ και το ζεσταίνεις. Ε δεν έχει κρατήσει την φρεσκάδα του σπιτικού [μάλλον δεν έχει κρατήσει ούτε το 1% της φρεσκάδας], αλλά συγκρινόμενο με το φαΐ της εστίας ή τις άλλες χαζομάρες που τρώμε από έξω, πολύ καλύτερο.

Και να ξανά ανέρχεται εις πάτρια εδάφη ο γιος και δεν φέρνει πίσω όλα τα τάπερ…

«Μόνο αυτά σου είχα δώσει?»
«Ε!!! Βασικά δεν χωρούσαν όλα και έφερα τα μισά. Προτίμησα να φέρω τα άπλυτα ρούχα»
Και σκας και ένα χαμόγελο…

Και κατέρχεσαι πάλι, ξανά με την σπουδάζουσα νεολαία και μια μέρα...
Να έρχεται το λεωφορείο.
Μεταφερόμενα τρόφιμα: Επανομή- Πάτρα.
Νικήσαμε και πάλι ξανά!!! Κουβαλάς με μόχθο το ψυγειάκι στην γκαρσονιέρα και ανοίγεις να δεις και να μαντέψεις…

Αθάνατα φοιτητικά χρόνια!!!
Θανατηφόρα επίδειξη τάπερ στο διπλανό σπίτι, εκείνα τα παλιά χρόνια, τα παιδικά κι ανέμελα. Που να `ξερα ότι αυτά τα τάπερ θα ήταν για μένα, να πήγαινα να διαλέξω!!!

* μαγειρεύουμε κιόλας ε… (κυρίως αυτό)
** ε τρώμε και καμιά φορά στην εστία
*** ε και κάνα σουβλάκι το τσακίζουμε που και που
**** υπάρχει καλύτερο από το να βγάζεις το ταπεράκι από το ψυγείο να ζεστάνεις το φαΐ και να προσπαθήσεις να το φας, ακόμα κι αν δεν το φας τελικά? Ε? Ε?


ΑΛΛΑ σαν την αίσθηση του σπιτικού φαγητού καθώς γυρνάς πίσω και έχει σφαχτεί ο μόσχος ο σιτευτός ΔΕΝ ΕΧΕΙ!!!

-ο-

Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας στην παραλία.
Ο Κωστίκας παίζοντας με την μπάλα κατά λάθος του φεύγει η άτιμη
και γυρνώντας στον Γιωρίκα του φωνάζει:
Κωστίκας: “Γκιβ μι δι μπολ (=give me the ball)”
Γιωρίκας: “Ποιο μπολ? Αυτό με τς κεφτέδες;”

Πέμπτη, Μαρτίου 08, 2007

Θανάσης Γκαϊφύλιας


Όταν πριν τρία χρόνια, όντας δεκαοχτάχρονος που μόλις τελείωσε το Λύκειο, ανέβηκα στα σύνορα στον Έβρο στο χωριό Καστανιές [κάτω από την πινέζα], στον παραπόταμο Άρδα, για το ομώνυμο river party, είχα την τύχη να ακούσω έναν άνθρωπο που εκτίμησα.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Στο φεστιβάλ του Άρδα υπάρχουν 2 σκηνές. Μια μεγάλη που βγαίνουν τα “μεγάλα” ονόματα, μέχρι για παράδειγμα τις 3 τα ξημερώματα και μετά το γλέντι συνεχίζεται μόνο από αυτούς που κατασκηνώνουν μέσα στο χώρο [όπως ήμασταν κι εμείς], σε μια μικρή σκηνή που τραγουδούν ερασιτεχνικά συγκροτηματάκια. Εκεί γινόταν το πραγματικό γλέντι.

***άσχετοι συνειρμοί***
Τώρα θυμήθηκα ένα συγκρότημα που έπαιζε reggae κατά τις 6 το πρωί. Εκεί να δείτε γέλιο. Βγήκε ένας τύπος στη σκηνή και λέει: «Ονομαζόμαστε Χύμαν γιατί είμαστε χύμα. Δύο πρόβες κάναμε και ήρθαμε να παίξουμε.» Επίσης κάποια φάση εκεί που χοροπηδούσαμε και είχαμε πορωθεί, μέσα στο τραγούδι σταματάει και ανακοινώνει ενώ τα όργανα παίζουν: «Βρέθηκε ένα κινητό, αν το έχασε κανένας…»./ Μιλάμε η συναυλία δεν γίνεται να υπήρξε. Ήταν η απόλυτη συναυλία.
***άσχετοι συνειρμοί τέλος***

Σε αυτήν την μικρή σκηνή λοιπόν την τελευταία μέρα του φεστιβάλ γύρω στις 5 η ώρα τα χαράματα κι ενώ είχαμε μείνει ελάχιστοι, εμφανίζεται ένας κύριος, μεγάλος στην ηλικία, με μια κιθάρα, μόνος του, κάθεται σιωπηλά στη σκηνή, έχοντας κάτω ένα μάτσο ανθρώπους, άλλους σοβαρούς, άλλους νυσταγμένους, άλλους επηρεασμένους από την μέθη και την έκσταση. Ρωτάω έναν διπλανό μου και μου λέει ότι ήταν ο Γκαϊφύλιας. Γκαϊφύλιας; Άγνωστο όνομα σε εμένα. Πιάνει την κιθάρα και αρχίζει να τραγουδά ρομαντικά τραγούδια κοινωνικού περιεχομένου που πραγματικά τα έσπαγαν.
Ρώτησα. Δεν είχε ακολουθήσει τον δρόμο των δισκογραφικών, έμεινε στην Κομοτηνή (αν και πέρασε και δούλεψε αρχικά στην Αθήνα, αποφάσισε να επιστρέψει πίσω γιατί δεν άντεχε τον κόσμο του μηχανισμού), έμεινε στην “αφάνεια”, αλλά παρατήρησα ότι πολλοί, πάρα πολλοί σήμερα τον έχουν αντιγράψει, χωρίς βέβαια αυτό να είναι κακό. Τουναντίον.
Μαθαίνοντας και διαβάζοντας για τον Γκαϊφύλια [την σχέση του με τον Άσιμο, κτλ], αναρωτήθηκα ένα μόνο πράγμα: πως γίνεται έναν τόσο σπουδαίο καλλιτέχνη να τον βάζεις στην μικρή σκηνή, στις 5 η ώρα όπου τον ακούσαμε μόνο 30 άτομα (και πολύ λέω). Μετά σκέφτηκα εκείνο τον στίχο που λέει:
"Γιατί εμείς δε τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ` τον κόσμο…
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο."
Είναι άνθρωπος της μπουάτ, της στενής σχέσης με τον κόσμο, αυτής της παλιάς αίσθησης που ο καλλιτέχνης δεν ξεχώριζε από τον κόσμο, αλλά ήταν κομμάτι του, (ακόμα και αν ο Άσιμος τον κατηγορεί αρχικά ότι προσπάθησε να ακολουθήσει τον δρόμο του μηχανισμού, συνεργαζόμενος με Κωχ και Ξυλούρη, παραδεχόμενος όμως ότι ο Γκαϊφύλιας μπόρεσε να ξεφύγει από τον μηχανισμό αυτό σύντομα *), ένας άνθρωπος που ακόμα και τώρα βοηθά με τις δουλειές του, τις μειοψηφίες της Κομοτηνής, ένας τραγουδοποιός που έμεινε στην απέξω και όμως είναι εκεί και μπορεί να μας πει κάτι με την μουσική του.
Κάποια στιγμή θα ανέβω στην Κομοτηνή να τον ακούσω ξανά…

-ο-

*απόσπασμα από το ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ του Νικόλα Άσιμου:
Εκεί είχα πάει αφού με φώναξε ο Γκαϊφύλιας και ο τίτλος του μαγαζιού πρέπει να ήταν του Γκαϊφύλια. Αλλά ενώ
πήγαμε κάτι να κάνουμε μαζί άνοιξε η τύχη του Γκαϊφύλια ξαφνικά, συνιαρίστηκε και πήγε να τραγουδήση στο μαγαζί
που ήταν ο Ξυλούρης και η Κωχ.
Και συνέχιζα εγώ μονάχος. Κρίμα γιατί από τότε ο Γκαϊφύλιας ξεπλύθηκε και φαγώθηκε απ' τους μηχανισμούς. Του
'δώσαν μεροκάματο αλλά τον θάψαν φυσικά, γιατί τους ήτανε αγκάθι, και έσπασε κι αυτός από την πιάτσα. Κρίμα γιατί
αν ήταν διαφορετικά πολλά θα κάναμε μαζί. Δεν έχω συναντήσει μέχρι τώρα άλλον να χει τη δύναμη του τότε
Γκαϊφύλια. Ίσως ο Πουλικάκος, αλλά δεν τον ξέρω από κοντά.

Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2007

Τις πταιει;

Το χρωστούμενο περί υπευθυνότητας του πυρετού.

Αυτό το παιδί μας εκπλήσσει κάθε μέρα. Δεν του ΄χω κάνει αφιέρωμα γιατί άλλο να τα ζεις και άλλο να σας τα γράφω εγώ.
Πέμπτη. Συζήτηση στο msn:
C.: Τι ώρα έχει τρένο για Αθήνα;
Εγώ: Το επόμενο είναι στις 6 παρά πέντε τα χαράματα.
C: Ωραία. Θα φύγω με αυτό.
Εγώ: Ε τότε έλα, άσε το αμάξι σου κάτω από το σπίτι μου, χτύπα, να κατέβω κι εγώ για βόλτα
C: ΟΚ

Η ώρα φτάνει πέντε και μισή. Τον παίρνω τηλέφωνο να δω που είναι. Ήταν ακόμα σπίτι και ετοίμαζε. Η ώρα 6 παρά τέταρτο και καταφτάνει στο σπίτι μου. Παρκάρει. Κατεβάζει τις δύο γεμάτες βαλίτσες από το αμάξι και του λέω ότι έχει αργήσει. Εγώ έπρεπε να ξανανέβω στο σπίτι. Όποτε του λέω να αρχίσει στο γρήγορο να πηγαίνει προς το σταθμό, ο οποίος περπατώντας είναι κάνα δεκάλεπτο από το σπίτι μου. Μου λέει ότι έχει ξεχάσει και το πάσο και αν του το ζητήσουν θα δείξει την κάρτα από το γυμναστήριο του πανεπιστημίου.
Μέχρι να κατέβω ο C. είχε εξαφανιστεί. Άρχισα να τρέχω στις 6 παρά 10 τα χαράματα μέσα στο δρόμο, κεντρίζοντας τα βλέμματα δυο-τριών περαστικών που γυρνούσαν στα σπίτια τους. Και αυτό όχι μόνο γιατί έτρεχα, αλλά γιατί φώναζα κιόλας: «Που έφτασες ρε μαλάκα;». Σημειώνω ότι εκείνη την μέρα είχα ξυπνήσει στις 8 το πρωί. Τελικά τον βρήκα πιο κάτω να περπατάει με γρήγορο βήμα κουβαλώντας τις δύο βαλίτσες. Και τότε είχα την φαεινή ιδέα να του προτείνω να κουβαλήσω την μία βαλίτσα. Έτσι αρχίσαμε να τρέχουμε δύο άυπνοι, στις έξι παρά πέντε τα χαράματα, με μια γεμάτη βαλίτσα ο καθένας, μέσα στην μέση του δρόμου. Φτάσαμε καταϊδρωμένοι στον σταθμό στο τσαφ. Και τότε ο C. μου πετάει: «Ρε ξέχασα το κινητό στο αμάξι…» Του λέω ότι είναι περίπτωση, σκάμε στα γέλια και παίρνουμε τον δρόμο προς το σπίτι, με αργό και σταθερό βήμα, την ώρα που ακόμα και οι καφετέριες δεν είχαν ανοίξει.
Τόσο τρέξιμο, τόσος κόπος τζάμπα. Ακόμα το σκέφτομαι και γελάω. Θα μου πείτε κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, αλλά να κάτι τέτοια σου μένουν.
Εμένα βέβαια μου παρά-έμεινε γιατί την επόμενη μέρα έκλεισε ο λαιμός μου και απέκτησα εκείνον τον συμπαθητικό πυρε-τόστ που διήρκησε 4 μερούλες.

Κάτι τέτοια και ακόμα καλύτερα ζούμε εδώ στην μακρινή Πάτρα με τον C.
Keep walking man. Είσαι η μασκότ μας (γενικά σε αυτήν την παρέα που μπλέξαμε ο ένας είναι η μασκότ του άλλου. Ένας κι ένας είμαστε γαμώτο) και ο αγαπημένος μου παιδικός ήρωας!!!

Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007

Επιστροφή στα παλιά

Σήμερα ξύπνησα στις 8 και δέκα το πρωί από μόνος μου (αν και είχα κοιμηθεί στις 4 το πρωί) και κοίταξα το ρολόι για 5 δευτερόλεπτα. Σκέφτηκα: « Όχι ρε, την έχασα την πρώτη ώρα», έχοντας στο μυαλό μου ότι πηγαίνω ακόμα Λύκειο. Πέρασα 20 δευτερόλεπτα σύγχυσης, σκεφτόμενος γιατί δεν ξύπνησα πιο νωρίς. Μετά αντιλήφθηκα ότι εδώ και 3,5 χρόνια είμαι φοιτητής. Έπεσα και ξανακοιμήθηκα…

Μελίνα Μερκούρη

Η τελευταία Ελληνίδα Θεά

Σαν σήμερα 6 Μάρτη του 1994, μας αφήσε μια από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες, η Μελίνα Μερκούρη. Μια σπουδαία ηθοποιός (με βραβεία στο Φεστιβάλ των Καννών και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ το 1960), μια σπουδαία ερμηνεύτρια, μια σπουδαία πολιτικός, ένας σπουδαίος άνθρωπος του πολιτισμού.
Αγωνίστηκε κατά της Χούντας (με αποτέλεσμα να χάσει την Ελληνική υπηκοότητα), έδωσε συναυλίες και προσπάθησε μέσω των γνωριμιών της με σπουδαίους πνευματικούς να συμβάλει στον αντιδικτατορικό αγώνα. Λόγω αυτού, υπήρξε στόχος δολοφονιών.
Παρ` όλα αυτά μετά την πτώση της Χούντας γυρίζει στην Ελλάδα, όπου μαζί με τον Ανδρέα Παπανδρέου και μέλη του ΠΑΚ, ιδρύουν το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα. Υπήρξε υπουργός πολιτισμού από το 1981 μέχρι το 1989 και από το 1993 μέχρι το θάνατό της. Γνωστός είναι ο αγώνας της για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα.
Ο θάνατός της, συγκλόνισε ολόκληρο τον κόσμο. Η ταφή έγινε με τιμές πρωθυπουργού και την ώρα της κηδείας της, τα θέατρα και τα μαγαζιά στο Broadway παρέμειναν κλειστά.
Ήταν ένας άνθρωπος καταλύτης για την Ελλάδα. “The last Greek goddess”!!!

-o-

«Γεννήθηκα Ελληνίδα.
Θα πεθάνω Ελληνίδα.»

(Έτσι απάντησε η Μελίνα Μερκούρη όταν oι δικτάτορες
της ακύρωσαν το Ελληνικό διαβατήριο)

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

Το όνομα


Έχω ξανά αναφέρει την σημασία που έχει το όνομα κάποιου, στην μετέπειτα πορεία του.

Στην αρχή σου δίνουν την πρόσφατη ονομασία «Μπέμπης», μετά άλλων περιέργων:
- «Αχού το τι γλυκούλη που είναι…πως σε λένε;»
- «Φύγε από πάνω μου, ρε καρακάξα. Εδώ δεν μπορώ να μιλήσω θα σου πω και το όνομά μου.» (εσωτερικές σκέψεις που δεν θυμάμαι, αλλά υποθέτω ότι έκανα)

Μετά σου δίνουν εκείνο το μεγαλοπρεπές Δημήτριος. Όνομα του παππού. Τρανταχτό, αλλά tres banal για να χρησιμοποιείται πλέον!!!
Κι εκεί αρχίζει η ιστορία του μικρού Δημητράκη. Εκείνο το –άκης πίσω από το κύριο όνομα, που μπορεί να χρησιμοποιείται ακόμα και όταν φτάσεις 80 χρονών, δείχνει εκείνη την παιδικότητα (θέλω να ελπίζω) που βρίσκει ο άλλος στο πρόσωπό σου. Μερικές φορές καταντά σπαστικό βέβαια. Εσύ θα προτιμούσες το απλό Δημήτρης. Άσε που όταν μαθαίνεις πια να μιλάς και να λες το ριμάδι το όνομά σου έρχονται αυτές οι συνεχείς ερωτήσεις:
"Δημητράκη...Πως σε λένε;"
Εγώ μια φορά, και δεν απαντούσα και θύμωνα...άκου εκεί Δημητράκη πως σε λένε...

Το θέμα είναι πως σε βλέπουν οι γύρω σου, αλλά και πως βλέπεις εσύ τον εαυτό σου. Το λαϊκό Μήτσος, το παιχνιδιάρικο Μίμης, το χωριάτικο Δημητρό, το απαρνημένο Τάκης εκ του Δημητράκης με μπόλικες προσθαφαιρέσεις γραμμάτων, το ξενόφερτο Τζιμ με το πιο οικείο Τζίμης [ας όψονται οι 10 μικροί Μήτσοι], το σύντομο Μητς [αυτό δεν μου το έχουν πει, αλλά έχω ακούσει άλλους Δημήτρηδες να τους αναφέρουν έτσι, μάλλον μετά από την επιτυχία του Baywatch] και το κλασικό Δημήτρης.
Βέβαια υπάρχουν και οι άλλοι, που αρνούνται, μάλλον υποσυνείδητα, να δεχτούν την ονομασία σου. Οι πιο πολλοί σε φωνάζουν με το επίθετο. Κάποιος έλεγε ότι τους μεγάλους άντρες πρέπει να τους φωνάζεις με το επίθετο τους και έτσι παρηγοριέμαι. Η γιαγιά μου με φώναζε Βαγγέλη. Το όνομα του αδερφού μου. Μια ξαδερφούλα μου, με φώναζε αδιάφορα «ο τέτοιος». Άλλοι σου δίνουν κατευθείαν την “ιδιοκτησιακή” σου ιδιότητα: ο γιος του…

Το όνομα καθορίζει και αυτοπροσδιορίζει την ταυτότητά σου, την παρουσία σου στην κοινωνία. Εκφράζει τους πόθους σου [3 parties a day], την επιθυμία σου [sorry_girl], τον αυτοσαρκασμό σου [bear, birbilo], τον σαρκασμό σου [εδώ έχουμε πάρα πολλά παραδείγματα που δεν αναφέρω], τον καλλωπισμό του ονόματος σου [Christopher], την μερική ανωνυμία σου [k, okz, Vag], τον αυτοπροσδιορισμό σου [grXter], την Κυπριακότητά σου [Therapon], την πραγματικότητα [Βαγγέλης, Georgia, Angelique, Theodoros], την (απ)αισιοδοξία σου [just..living!!!], την ανωνυμία σου [anonymous-eponymous], την απλότητα σου [elementalon], το μυστήριο [Effrul], το πομπώδες [your man], την δυϊκότητα [δια-δηλώνω] και την αναποφασιστικότητα του par…alogismou εκ του απλού ξεπερασμένου dimitris. Καθώς και τόσους άλλους αυτοπροσδιορισμούς του εαυτού μας!!!

Και μην αναφέρω τα ονόματα που αποκτάς κατά τις διάφορες σχέσεις…από το απλό μωρό μέχρι το πικάντικο σουντζουκάκι :D
Ε και μην ξεχνάμε το εθνικό μας όνομα. Αυτό το μεγαλοπρεπές «ΜΑΛΑΚΑ», που πολύ μ` αρέσει και το χρησιμοποιώ δε όντως.
***παρένθεση***
Είχε έρθει ένας Γερμανός στην Ελλάδα διακοπές και καθώς έφευγε πάλι στην χώρα του τον ρώτησαν τι του έκανε εντύπωση στην Ελλάδα και αυτός απάντησε:
«Μου έκανε εντύπωση ότι τους μισούς τους λένε Γιώργηδες και τους άλλους μισούς μαλάκες…»
***παρένθεση***

Τα ονόματα του καθενός δείχνουν τόσο πως ο ίδιος φαίνεται στον καθρέφτη όσο και πως οι άλλοι τον βλέπουν στον καθρέφτη. Γιατί τελικά τι είναι ο καθρέφτης; Η οπτική γωνία του καθενός…

-ο-

*όσους ξέχασα να με συμπαθάνε

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2007

Πυρε-τόστ


Εν αρχή ην ο εγωισμός.
Μετά, πολύ μετά, ήρθαν όλα τα άλλα.
Είναι ενδιαφέρον να δούμε πως προήλθε ο κάθε οργανισμός στον κόσμο. Ποια είναι τα γονίδια που τον αποτελούν. Ο Dawkins έγραψε ότι τελικά τα γονίδια που μπόρεσαν να μορφοποιήσουν τον άνθρωπο σε αυτή του την μορφή δεν είναι παρά τα εγωιστικά γονίδια. Ήταν αυτά που συγκρούστηκαν με τα άλλα και με κάθε τρόπο (ακόμα και υποχθόνιο) κοίταξαν το δικό τους συμφέρον για να επιβιώσουν. Ο άνθρωπος είναι από την φύση του εγωιστής. Για να διεκδικήσει την αλτρουιστική του φύση πρέπει να παραβεί τους νόμους της. Πράγμα που ενίοτε το καταφέρνει.
Μια μάλλον μεγάλη εισαγωγή για να σας πω ότι έχω λιγάκι πυρετό σήμερα. Έτσι λοιπόν κάθισα και σκέφτηκα κάποια πράγματα για το φαινόμενο αυτό. Είναι τελικά μηχανισμός άμυνας ή καταστροφής; Αν ήταν απλά μηχανισμός άμυνας τότε ποιος ο λόγος να παίρνουμε αντιπυρετικά λόγω αυξημένης θερμοκρασίας; Άρα κάποιος οργανισμός που ανεβάζει τους βαθμούς θερμοκρασίας του σώματος στους 40+ μάλλον αυτοκαταστροφικός είναι. Αλλά ταυτόχρονα και αμυντικός. Ο εγωισμός για να επιβιώσει επιτάσσει αυτό που λέμε «Ελευθερία ή Θάνατος», «ή εσείς ή εγώ». Για σκεφτείτε το…
Τα γονίδια μας τείνουν τελικά προς τον εγωισμό ή τον αλτρουισμό;