Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2007

Για αυτήν την χαμένη παιδικότητα


Όταν η Αλίκη έμπαινε στο αμάξι της γινόταν άλλος άνθρωπος.
Η ψυχή της άλλαζε. Όλο της το είναι.
Η ταχύτητα έδειχνε κάτω από 90 μόνο στα 10 πρώτα δευτερόλεπτα της εκκίνησης. Πάντα με εκείνο το μπλε Γκολφάκι, με τις γρατσουνιές στις πόρτες, που άλλοι τις είχαν προκαλέσει. Τα μάτια μπροστά και κλεφτές ματιές στον μεσαίο καθρέφτη. Τα χέρια στο τιμόνι. Καμιά φορά τα άφηνε, ασυναίσθητα. Και τα δυο. Αφήνονταν στην μέθη της οδήγησης. Οι κινήσεις της απαλές. Πρώτη, δευτέρα, τρίτη… συμπλέκτης και γκάζι. Ποτέ φρένο. Μόνο στα φανάρια. Ποτέ φλας. Ήταν η μόνη που ήξερε την κατεύθυνση. Τα μαλλιά δεμένα πίσω, απαγορεύοντας τον αέρα και οτιδήποτε άλλο να τα μετακινήσει άθελά της (άλλωστε τα μαλλιά είναι ένα μυστήριο που αυτό-διαμορφώνεται) και το πρόσωπό της φωτισμένο με λάμψη. Σαν κοπέλα που καλπάζει πάνω σε άλογο. Μόνο που τώρα τα άλογα είναι πιο πολλά και κάτασπρα. Κλείνει τα μάτια και πορεύεται. Δεν μιλάει ποτέ και για τίποτα. Αν την δεις να περνάει μπροστά σου απλά χαμογέλα και ακολούθησέ την. Γίνε μέτοχος και συμμέτοχος στο όνειρό της. Ποτέ δεν θα μπεις στο αμάξι της. Της ανήκει άλλωστε αυτό το όνειρο της χαμένης παιδικότητας που διεκδικεί.
Σε όλους μας, ανήκει ένα. Έτσι για να βρούμε την χαμένη παιδικότητα που αφήσαμε εκείνα τα καλοκαίρια, σε εκείνο το παγκάκι, δίπλα στη θάλασσα, κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι.
Τότε. Πριν χρόνια.
Το πιστέψαμε και μας άφησε.
Το εμπιστευτήκαμε και μας παράτησε.
Το ακολουθήσαμε και μας ξέχασε.
Το χρειαστήκαμε και μας πρόδωσε.

Αλλάξαμε το όνειρο, για την χαμένη παιδικότητα, την χαμένη εφηβεία…

Σκέψεις σκέψεις διασκέψεις

3 ώρες ταβανοθεραπεία.
Στο τέλος η αριστερή γωνιά μου χαμογέλασε.
Μετά κατάλαβα ότι δεν κοιτούσα εγώ το ταβάνι, αλλά αυτό εμένα.


-ο-

Η τελευταίες ώρες της επίσκεψης μου στην Αθήνα χαρακτηρίζονται από μια λέξη:
Εξάρχεια
Ή μάλλον και άλλη μία: “ποδήλατο”


-ο-

Δεν είμαι εγώ ανάποδα, εσύ με βλέπεις ανάποδα.


-ο-

Αν και ακούω συνήθως ράδιο Θεσσαλονίκη, από σήμερα στο τραπέζι και μπαίνει και η Δίεση.


Μελαγχόλησες, νιώθεις πεταμένος
Μες στην πόλη σου σα ξένος, βρε παιδί μου αμάν
Στην καρδιά βάλε πατίνια και δυο ρουλεμάν


Η μέρα τρέμει στη γη που μένω
Χίλια σύννεφα κλαίνε

Δεν είσαι εδώ

-ο-

Όχι άλλα projects, όχι άλλο κάρβουνο…


-ο-

Δεν είμαστε για ταξίδια...είμαστε για τα-ξύδια!!!

-ο-

Αν αναρωτιέσαι αν κοιτώ εσένα...Ναι, εσένα κοιτώ!!!

Σάββατο, Φεβρουαρίου 24, 2007

Γενικά και απροκάλυπτα

Questions…questions

- “Ρε!!! Τι είναι το «LOST»;”
- “Σαν το «Jurassic Park», αλλά χωρίς δεινόσαυρους.”
- “Και το «Prison Break»;”
- “Ε!!! Σαν το «The Rock», αλλά χωρίς τον Σον Κόνερι!!!”

-o-

A "funny" conversation:

par...alogos said...

Αυτό το σταμπάρω παπούτσια και πάω να τα παίρνω μετά, αλλά έχουν τελειώσει στο νούμερο που θέλω και τελικά ή τα παίρνω στενά οπότε ας τα να πάνε ή παίρνω τα διπλανά που ποτέ δεν μου άρεσαν, αλλά τι να κάνουμε ρε αδερφέ ξυπόλητοι να μείνουμε(;) και μετά έρχεται ο λογαριασμός για παπούτσια που στην τελική δεν τα ήθελα αλλά πρέπει τελικά να τα πληρώσω γιατί αλλιώς θα με κυνηγάνε άπαντες...έχει πολύ γέλιο!!!

Καλημέρα σας 3 shoes a day...
ε μάλλον 3 parties a day!!!

3 parties a day said...

…ουουου, καλά, έχω πάρει εγώ στενά παπούτσια...
Αλλά όπως είπες κι εσύ, απ' το να μείνουμε ξυπόλητοι, καλύτερα με μερικούς κάλους!
Ο W.H. Auden, αν και Άγγλος στην καταγωγή, έμενε στην Αυστρία. Κι επειδή είχε κάποιο πρόβλημα με τα πόδια του, πήγαινε ακόμα και στην Όπερα της Βιέννης με τις παντόφλες!


par...alogos said...

Βέβαια εσείς οι μπαλαρίνες δεν έχετε πρόβλημα με τα στενά παπούτσια. Έτσι κι αλλιώς τα δάχτυλα σας είναι κατεστραμμένα απο αυτό που κάνετε και στέκεστε πάνω στα δάχτυλά σας [δεν ξέρω πως λέγεται]...
Εγώ λέω να υιοθετήσουμε τις παντούφλες του κυρίου Auden!!!
Πάντα το είχα όνειρο. Να γίνω ένας Big Lebowski. Να σκάσω μύτη στο super market με την παντόφλα με λουλουδάκια πάνω. E dude?

3 parties a day said...
Εγώ δεν είμαι κανονική μπαλαρίνα, είμαι ιμιτασιόν. Ανεβαίνω στις πουέντ (πουέντ λέγονται αυτά τα χαριτωμένα παπουτσάκια που σου τσακίζουν τα δάχτυλα)μόνο μια φορά την εβδομάδα. Τις υπόλοιπες μέρες κάνω τις ασκήσεις μου με μαλακά παπούτσια. Κι έτσι αν εξαιρέσεις κάτι ψιλοτραβήγματα δεξιά-αριστερά κι ένα προβληματάκι στο γόνατο το οποίο επιδεικτικά αγνοώ, κατά τα άλλα είμαι καλά!
Εγώ στη θέση σου πάντως, θα πραγματοποιούσα το όνειρο με την παντόφλα. Σιγά μην δεν σ' αφήσουν να μπεις μέσα! Στην ανάγκη λες ότι είσαι ποιητής...

par...alogos said...
@3 parties a day:
Στην ανάγκη λες ότι είσαι ποιητής...

Είσαι απίστευτη!!!
Μια μέρα θα το κάνω αυτό και θα φταίς εσύ...

-ο-

…and a funny video


Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

Κοζανίτκο Καρναβάλ

Σάββατο Βράδυ. Επανομή

Η ιδέα έσκασε το βράδυ του Σαββάτου. “Πάμε Κοζάνη – Γρεβενά;” Ωραία ιδέα. Δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Όπως μάλλον θα ξέρετε το βιολογικό μου ρολόι έχει αλλάξει τελείως και εκτός αυτού μεταβάλλεται και σε τακτά χρονικά διαστήματα (χρόοοοονια τώρα). Έτσι λοιπόν όταν επιστρέφεις σπίτι πρέπει να προσαρμοστείς στις συνθήκες και να ακολουθήσεις το βιολογικό ρολόι των άλλων γιατί τότε γιοκ εκδρομή, γιόκ φαΐ…
Έτσι λοιπόν ενώ το βιολογικό μου ρολόι έλεγε ότι έπρεπε να κοιμηθώ για βράδυ στις 8 το πρωί και να ξυπνήσω την άλλη μέρα το απόγευμα…

Κυριακή πρωί. Επανομή

…με ξυπνήσανε στις 9 το πρωί που είχαμε συνεννοηθεί να βρεθούμε για να ξεκινήσουμε το trip. Δεν ξέρω πως αλλά ξύπνησα και μάλιστα αρκετά εύκολα θα έλεγα. Αργήσαμε βέβαια κάνα 10-λεπτο, αλλά ας όψεται. Η φωτογραφική μου έτοιμη στο χέρι και η εκδρομή ξεκινάει. Δύο αμάξια, τέσσερις σε καθένα. Αρχικός στόχος το καρναβάλι των Γρεβενών. Τελικά αποφασίστηκε να πάμε στο καρναβάλι της Κοζάνης.

Οι ατάκες που άκουσα αυτές τις μέρες πολλές και τα μασάλια επίσης (με τόσο κρασί πρέπει να άκουσα πάνω από 20 καινούργια μέσα σε δύο μέρες).
Η ατάκα που με έκανε να γελάσω πολύ ήταν στην διαδρομή από Θεσσαλονίκη προς Κοζάνη και ενώ περνάμε τα συνεχόμενα τούνελ και βλέπουμε πολλά αμάξια να έχουν στη σχάρα τους ζευγάρια σκι. Τότε πετιέται ο Vag και λέει: “ Όλοι με τα σκι είναι. Εμείς που πηγαίνουμε δηλαδή μόνο σε ταβέρνες πρέπει να βάλουμε ένα μαχαιροπίρουνο πάνω…”. Και φαντάσου φάση να γυρνάμε με αμάξι με ένα ζευγάρι μαχαιροπίρουνα στην σχάρα αντί για χιονοπέδιλα!!!

Το κρύο άρχισε να γίνεται αισθητό. Η συνεννόηση μεταξύ των αμαξιών γίνεται μέσω γουοκι-τόκι!!! Η πρώτη στάση είναι στις πατάτες Κοζάνης. Για όσους δεν έχουν πάει, πριν μπεις στην Κοζάνη υπάρχουν πλανόδιοι που πουλάνε πατάτες Κοζάνης (οι περίφημες) κατά μήκος του δρόμου. Ενώ έχουμε περάσει μέσα από κάτι σύννεφα και το θερμόμετρο δείχνει θερμοκρασία 2 βαθμούς Κελσίου, βγαίνουμε έξω και νιώθουμε ένα ψιλό χιονάκι να σκάει στα μάγουλά μας. Η πρώτη photo είναι γεγονός. Πίσω αχνό-φαίνεται το σύννεφο, το γουόκι-τόκι στο χέρι και το ύφος μου «κρυωμένο»…

Για το μαλλί μην πείτε τίποτα.
Είμαι ακόμα στο στάδιο της προσαρμογής.
Ήδη τώρα που γράφω έχει φτιάξει...

Επ` ευκαιρίας πήραμε και ένα τσουβάλι πατάτες!!!

Κυριακή πρωί. Κοζάνη

Η συνέχεια απλή. Φτάνουμε Κοζάνη. Νωρίς σε μια-μισή ώρα από Επανομή. Δέκα και μισή βρισκόμαστε στο κέντρο της Κοζάνης. Ο κόσμος όχι και τόσο πολύς. [εδώ απογοητεύτηκα λιγάκι, αλλά πάλι καλά διαψεύστηκα στη συνέχεια].
Αρχικά πάμε να τσιμπήσουμε μια μπουγάτσα. Νοστιμότατη. Βγαίνοντας τα όργανα είχαν αρχίσει. Τα χάλκινα Κοζάνης και τα κλαρίνα είχαν αρχίσει να παίζουν στην κεντρική πλατεία. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται. Ξευτό-χορέψαμε λιγάκι και αποφασίσαμε ότι χρειαζόμασταν ένα καφετζίκο.
Τα μαγαζιά γεμάτα. Ε και 8 άτομα που να χωρέσουμε; Τελικά βρήκαμε και κάτσαμε. Ένα καπουτσίνο εγώ. Μα γιατί όλες οι σερβιτόρες είναι ωραίες; (άσχετο, αλλά το είχα απορία)
Αισίως έφτασε η ώρα για το μεσημεριανό φαΐ. Που να βρούμε; Ο κόσμος μέσα σε λίγη ώρα έχει γίνει πάρα πολύς. Τελικά μετά από λίγη ώρα βρίσκουμε και καθόμαστε. Και τρώμε και πίνουμε κρασί και ξανά-ματά-τρώμε και δωσ` του το κρασί.

Το καρναβάλι

Είδατε; Με αυτά και με εκείνα. Με τις ταβέρνες και τους καφέδες είχαμε ξεχάσει το καρναβάλι. Θα σας το περιγράψω τώρα.
Έχω γνωρίσει το καρναβάλι της Πάτρας. Το έζησα τρία χρονάκια από κοντά. Από πολύ κοντά θα έλεγα, μιας και ένα από τα ηχεία του καρναβαλιού εγκαθίσταται κάθε χρόνο κάτω από το σπίτι μου.
Αλλά αυτό που έζησα στην Κοζάνη είναι άλλο πράγμα. Για να καταλάβετε το πατρινό καρναβάλι έχει εμπορευματικοποιηθεί. Έχει πάρει μια παγκόσμια χροιά. Ακόμα και η μουσική που παίζει. Στην Κοζάνη βρήκα κάτι άλλο. Την παράδοση.
Πρώτα από όλα η μουσική που συνοδεύει τα άρματα είναι χάλκινα και κλαρίνα. Άσε που κάθε άρμα έχει την δική της μουσική από πίσω. Στα άρματα χρησιμοποιείται η τοπική διάλεκτος, δίνοντας άπειρο χιούμορ και γέλιο.
[Και μιλώ για γέλιο που προκαλεί το καρναβάλι αυτό καθ` αυτό, όχι η παρέα. Γιατί η παρέα είναι άλλο πράγμα. Με καλή παρέα παντού μπορεί να έχει γέλιο.]
Ο κόσμος πολύς. Πάρα πολύς.
Στην Κοζάνη υπάρχουν γύρω στις 16 γειτονιές. Κάθε γειτονιά έχει έναν δικό της φανό. [φανός είναι μια εστία με φωτιά]. Ανάβει ένας φανός κάθε μέρα, μέχρι την Κυριακή της Αποκριάς. Κάθε φανός έχει και μια ομαδούλα στην παρέλαση του καρναβαλιού και στο τέλος κερδίζει ένας από όλους τους φανούς.
Την Κυριακή μετά την παρέλαση, ο δήμαρχος ανάβει τον κεντρικό φανό (όνομα: Γκούρτσα) και χορεύουν όλοι γύρω του, μετά μουσικής. Εκεί μοιράζουνε στους δρόμους κρασί και μια τυρόπιτα Κοζανίτικη που δεν θυμάμαι πως λέγεται.[πάλι ήπιαμε]. Στη συνέχεια μαζεύονται οι νεολαίοι στο πεζόδρομο της Κοζάνης και γίνεται χαμός. Πολύ φιλικό και ζεστό περιβάλλον.
Όλα αυτά τα ζήσαμε και τα ευχαριστήθηκα όσο δεν λέγεται.
Στο τέλος δε, της επίσκεψής μας στην Κοζάνη βρήκαμε έναν γνωστό που είχε καφετέρια οριεντάλε. Ήπιαμε τον καφέ μας, καπνίσαμε τον ναργιλέ μας και φύγαμε πίσω για Επανομή…

Μήλο...

PHOTOS

Ταμπέλες με χιουμουριστικά και πονηρά συνθήματα
σε τοπική διάλεκτο παντού μέσα στην πόλη



Ο κόσμος έχει κατακλήσει την κεντρική
οδό για να δει την παρέλαση


Τα άρματα μοιράζουνε ακόμα και κρασί

Έχω παρεισφρήσει στην παρέλαση...
Εξωσχολικοί!! Εξωσχολικοί!!!

Οι μπάντες παίζουν prive για κάθε γκρουπ


Άρμα αφιερωμένο στον δήμαρχο ο οποίος
έχει εκλεγεί για 5 συνεχόμενες τετραετίες

Ο δήμαρχος ανάβει τον κεντρικο φανό.

Κάπου εκεί φαίνεται και η Διαμαντοπούλου


Πριν καν φτάσουμε, χτυπά το τηλέφωνο και μας καλούν για κρασί σε φιλικό σπίτι. Εκεί πίνοντας κρασί αρχίζουν οι συζητήσεις και τα μασάλια και τα γέλια.

Το βράδυ έξοδος στην Επανομή. Εκεί συνεχίστηκε το γλέντι. Χορός και γέλια…

ΚαθαροΔευτεριάτικο

Και είχα πει να φτιάξω φέτος αετό, παραδοσιακό με ζμάρι. Αλλά δεν πρόλαβα. Αχ αυτό το ξενύχτι. Του χρόνου όμως δεν μου γλιτώνει. Πάντως τον αετό μου τον πέταξα μετά από αρκετά χρόνια. Φτιάξαμε τα ζύγια. Αυτιά δεν χρειάστηκαν. Εγώ ήμουν αυτός που κρατούσε τον αετό πριν το πέταγμα…

Ε τον κράτησα κιόλας. Μετά κλασικά πήγαμε και φάγαμε στην ταβέρνα. Τον αετό βέβαια τον δέσαμε και τον αφήσαμε να κάνει της σβούρες μόνος του. Γέλιο είχε ο αετός του Γ. στον οποίο είχε δέσει μια πράσινη σακούλα σκουπιδιών αντί για ουρά, η οποία όμως λειτούργησε θετικά. Ήταν νομίζω το επίκεντρο όλων…

Τι να λέμε τώρα. Πετάει η ομάδα...
Που να ανέβαζα και τον αετό του ΠΑΟΚ!!!

Η Επιστροφή.

ΚΤΕΛ. Επιβιβάζομαι στο λεωφορείο. Οι πόρτες κλείνουν. Μια δεσποινίς μιλάει στο κινητό: «Δηλαδή να μην φύγω Πάτρα;» Τρέχει στον οδηγό και του λέει να ανοίξει τις πόρτες και ότι δεν θα ταξιδέψει. Δίπλα μου ένας κύριος χαιρετά από το παράθυρο τον μικρό του γιο ο οποίος έχει βαλαντώσει στα κλάματα με το μαντίλι στο χέρι. Τα φώτα κλείνουν…ή σχεδόν κλείνουν. Έχει μείνει εκείνο το απαλό πράσινο φως. Κατάρα. Πως θα διαβάσω το βιβλίο τώρα. Τελικά το κατάφερα. Και εγώ και ο απέναντί μου. Ήμασταν οι μόνοι που διαβάζαμε σε ολόκληρο το λεωφορείο. Η μπροστά μου παιδεύεται. Δεν μπορεί να βολευτεί με τίποτα. Της ακουμπώ τον ωμό και της λέω, αν θέλει να κάνει πίσω την καρέκλα της. Μ` ευχαριστεί.
Στην Λάρισα η πρώτη στάση. Ένα πιτσιρίκι μισό μέτρο ύψος ανακοινώνει: «Για Πάτρα». Χαμογελώ. Έχει πλάκα όταν τα μικρά με αυτή την ψιλή φωνή τους, κάνουν ανακοινώσεις σε μικρόφωνα. Αναχωρούμε.
Τα πράγματα δύσκολα. Η ομίχλη άρχισε να γίνεται εκνευριστική. Ο οδηγός πολύ προσεχτικός. Σε σημείο που να με νευριάζει. Σε μια στροφή αν αργούσε να πατήσει ακόμα ένα δευτερόλεπτο το συμπλέκτη θα έσβηνε η μηχανή. Καλά έκανε ο άνθρωπος γιατί στον δρόμο μας είδα ένα αμάξι τούμπα, σακατεμένο. Είχε βγει από την πορεία του.
Φτάσαμε Πάτρα. Πίσω…

-ο-

Η παρακάτω photo είναι αφιερωμένη κυρίως
στην
3 parties a day λόγω της δυσπιστίας της...
περί μαλλιών!!! ;)

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2007

Αλλαγή στην αλλαγή

- «Ναι...»
- «Καλημέρα. ΚΤΕΛ;»
- «Ναι.»
- «Να ρωτήσω. Για Θεσσαλονίκη αύριο Παρασκευή πρωί, μπορώ να κλείσω;»
- «Είναι όλες οι θέσεις κλεισμένες.»
- «Πιο μετά;»
- «Είναι για όλη την μέρα, όλα κλεισμένα.»

Να θες να φύγεις και να είσαι εγκλωβισμένος στην Πάτρα. Θες δεν θες, σου λέει το Πατρινό καρναβάλι θα το δεις.
Μα έχω τρία χρόνια τώρα, που το βλέπω.
Δεν έχει μα και ξε-μα.
Έχουν σχέδιο...
Πάλι καλά ξενύχτησα μέχρι τις 9 το πρωί της Παρασκευής και πήρα εισιτήριο για Σάββατο πρωί.
Η Παρασκευή εκτός του ύπνου είχε και την παρουσία μας σε ένα party στα ΑΘΕ στο πανεπιστήμιο. Ακολουθώντας την συμβουλή «ότι τζάμπα και καλό», πήγαμε. Άσε που είδα και τον Β. να χορεύει μετά της αδελφής του και φίλες της.
Και έτσι σιγά σιγά, έφτασε το Σάββατο. Στο λεωφορίο χαμός. Τελικά είμαστε αρκετοί αυτοί που φεύγουμε.
Και να `μαι στα πάτρια εδάφη.
Το πρώτο πράγμα που κάνω; Κούρεμα. Νέο στιλ. Αλλαγή στην αλλαγή.
Σπιτικό φαΐ και τζάκι.
Ο καιρός καλός και εγώ έτοιμος να φτιάξω αετό την καθαρά Δευτέρα.
Φτου μακριά η βροχή...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2007

Μια ιστορία από την άλλη ζωή…

Τα τελευταία λόγια είναι για ηλίθιους που δεν έχουν πει αρκετά” είπε ο Κάρλ Μάρξ!!!

Εγώ ούτως ή άλλως και να ήθελα δεν πρόλαβα να πω κουβέντα.
Και μου το `πε εμένα η μάνα μου: «Πρόσεχε τους δρόμους Δημήτρη». Σκατά. Τι το ήθελα και πέρασα χωρίς να κοιτάξω. Έτσι βρέθηκα σωριασμένος κάτω στο δρόμο, να κοιτάζω τα υδραυλικά της νταλίκας ανάποδα.
[εδώ υπάρχουν εναλλακτικές εκτιμήσεις για το πώς πέθανα από πολλούς και διαφόρους αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που δεν βλέπω να την λέμε]

Αλλά δεν κολλάω σε αυτές τις λεπτομέρειες. Τα θέμα είναι ότι ξαφνικά ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι στον άλλο κόσμο στην κυριολεξία. Η αλήθεια είναι ότι δεν το κατάλαβα γρήγορα. Περίμενα ότι κάποιος μου κάνει φάρσα. Άσε που δεν πίστευα στην μετά θάνατον ζωή και ούτε κι αυτή πίστευε σε μένα εδώ που τα λέμε.
Ξαφνικά που λέτε ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι. «Ώ ρε πούστη μου», λέω σκεφτόμενος την μαλακία που έκανα και πέρασα το φανάρι χωρίς να κοιτάξω και ανασηκώνομαι. Ερημιά. Και μια ησυχία που σου έσπαγε τα νεύρα. Βρισκόμουν σε ένα μικρό τετράγωνο δωμάτιο χωρίς παράθυρα.
Πήγα να ανοίξω την πόρτα, αλλά τίποτα. Το κατάλαβα τότε. Ήμουν νεκρός. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Τελικά αυτά που λένε για τον Άγιο Πέτρο και την πύλη του άλλου κόσμου είναι μπαρούφες. Η πύλη του άλλου κόσμου είναι μια γαμημένη ξύλινη πόρτα που δεν μπορώ να ανοίξω με τίποτα. Χτυπάω μπας και ακούσει κανένας από έξω αλλά τίποτα.
«Αυτό ήταν Μήτσο», λέω. «Αυτή είναι η κόλαση. Θα είμαι κλεισμένος εδώ μια ζωή και θα περιμένω μπας και μου ανοίξει κάποιος».

Κάποια στιγμή και αφού έχω καθίσει στο κρεβάτι αναπολώντας την ζωή στην Γη, ακούγεται ένα ξεκλείδωμα στην πόρτα. Σηκώνομαι και αρχίζω να τρέχω προς την πόρτα. Πριν φτάσω παρουσιάζεται μπροστά μου ένα ψηλό, ξανθό, γαλανομάτικο παλικάρι, gay μου φάνηκε, και μου λέει: «Sorry φιλαράκι που σε άφησα εδώ λίγη ώρα, είχα πεταχτεί να πάρω κάνα σάντουιτς γιατί είχα ψοφήσει της πείνας.»
Εγώ του απαντώ: «Καλά ρε, ιτς μυαλό δεν έχεις; Περιμένω εδώ μια ώρα άνθρωπέ μου και νομίζω ότι έχω πεθάνει…»
Ο gay κύριος: «Επ, όχι και άνθρωπος!!!. Λοιπόν άκου καλά. Έχεις πεθάνει όντως. Είμαι εδώ για να σου δώσω μια ευκαιρία. Έχει αλλάξει το σύστημα εισαγωγής σε κόλαση και παράδεισο και…»
Εγώ: «Όπα, όπα!!! Κοίτα φίλε, εγώ υπήρξα άπιστος. Δε πιστεύω σε παράδεισο και κόλαση. Άσε που ζήτησα να κάψουν το νεκρό μου σώμα όταν πεθάνω… Άφησε με να πάω στο καλό και να τελειώνει εδώ το θέμα…»
Ο gay κύριος: «Φίλε να σου ξεκαθαρίσω κάτι. Και εγώ εντολές παίρνω από ανωτέρους μου. Λοιπόν άκου να δεις τι θα γίνει. Σε αυτή τη νέα ζωή έχεις δύο επιλογές. Και οι δύο επιλογές χτίστηκαν ανάλογα με το πώς θεωρούσες τον παράδεισο και την κόλαση στην επίγεια ζωή σου…»
Εγώ: «Όπα φίλε έχουμε ξεφύγει. Σου είπα δεν πίστευα σε τέτοια εγώ…»
Ο gay κύριος: «…Με έχεις κουράσει ρε φίλε και έχω να φάω και το σάντουιτς. Αν όντως δεν έχεις σκεφτεί ποτέ σου πως θα ήταν, τότε θα αυτοσχεδιάσουμε εμείς, μην φοβάσαι…Εσύ το μόνο που θα έχεις να κάνεις είναι να μου πεις τι από τα δύο θα ήθελες να δοκιμάσεις πρώτο και τι δεύτερο, ώστε να επιλέξεις σε ποια από τις δύο επιλογές θα ήθελες να πας πρώτα.»
Εγώ: «Τι να σου πω ρε φίλε. Αφού δεν έχω εναλλακτική λέω να αρχίσω από την κόλαση, να δούμε τι θα δούμε…»
Ο gay κύριος: «Λοιπόν σε κάθε τομέα έχεις μονάχα 1 λεπτό να περιεργαστείς τον χώρο και μετά θα πρέπει να αποφασίσεις ενώπιον εμού…τα λέμε σε 2 λεπτάκια. Bye!!!»

Κόλαση

Ε δεν πρόλαβα να πάρω ανάσα και ο τύπος εξαφανίζεται και μεταφέρομαι σε ένα τελείως διαφορετικό χώρο. Ένα ρομαντικό μέρος, λόγω του χαμηλού φωτισμού. Τριγύρω όμορφες γκόμενες και πολλές, και γενικά πολύς κόσμος. Καπνίζανε και πίνανε, ενώ η μουσική έπαιζε διάφορους ρυθμούς με τους οποίους λικνίζονταν όλοι. Κάποιοι τύποι έλεγαν ανέκδοτα και γελούσαν, άλλοι κοιμόντουσαν και άλλοι έτρωγαν και…

Παράδεισος

Πριν καν το καταλάβω εξαφανίζομαι και εμφανίζομαι σε ένα άλλο μέρος. Προφανώς ο παράδεισος. Ησυχία. Ένας τόπος γεμάτος γκαζόν, λιακάδα. Ψυχή όμως. Ούτε ένας στον ορίζοντά μου. Περιμένω να περάσει το λεπτό μη κάνοντας βήμα.



Ξαφνικά επαναφέρομαι στο αρχικό δωμάτιο και μπροστά μου πάλι ο gay κύριος.
Ο gay κύριος: «Τι έγινε αποφάσισες;»
Εγώ: «Ρε φίλε να σου κάνω μια ερώτηση;»
Ο gay κύριος: «Φυσικά. Για πες…»
Εγώ: «Καλά στην κόλαση τόση μουσική και κακό και στον παράδεισο δεν ακούγεται κιχ;»
Ο gay κύριος: «Καλά χαζός είσαι ρε; Να βάλουμε ορχήστρα για 3 άτομα; Πας καλά; Τελικά αποφάσισες;»

Το τοπίο αρχίζει να θολώνει ξανά μέχρι που έγινε άσπρο. Τότε ακούω μια βαριά φωνή:
«Φίλε έπαθες τίποτα; Φίλε!!!»
Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω έναν μουστακαλή [αυτός δεν μου φάνηκε καθόλου gay] να είναι από πάνω μου.»
Εγώ τότε φωνάζω: «Στην κόλαση, στην κόλαση!!!!»
Τύπος: «Τι κόλαση ρε μου λες; Χτύπησες; Να σε πάω στο νοσοκομείο; Πέρασες τον δρόμο χωρίς να κοιτάξεις.»
Εγώ: «Όχι ρε γαμώτο…»
Τύπος: «Καλά φιλαράκι, δεν πας καλά. Άντε σήκω, έχουμε και δουλειές…»


Αυτή που λέτε ήταν η εμπειρία μου από τον άλλο κόσμο. Αν τώρα σας θύμισε κάπου κάνα παλιό ανέκδοτο, ε τι να κάνουμε αυτό είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 13, 2007

Zouga tour 2007


ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ!!!!


Κυριακή απόγευμα. 5:30
Κλείνω τα φώτα από το σπίτι και κατεβαίνω κάτω που περιμένει ο Αντρέας με τον Μήτσο για να φύγουμε. Έτοιμοι για Αθήνα και για τον Ζυγό. Η συνεννόηση με Κώστα και Αγγελική [που βρίσκονται ήδη Αθήνα] είχε ήδη γίνει. Θα πηγαίναμε και οι πέντε. Μαχαιρίτσας, Τσανακλίδου, Μπουλάς και Ζουγανέλης περιμένουν…
Αρχίζουμε και κατηφορίζουμε τον δρόμο προς τον σιδηροδρομικό σταθμό της Πάτρας. Ο Μήτσος κουβαλάει ένα μπουκάλι νερό [ο νεροκουβαλητής], ο Αντρέας ένα σάκο με εφόδια όπως έλεγε και εγώ μια ομπρέλα. Αχ αυτήν η ομπρέλα, τελικά πουθενά δεν χρησίμεψε [θα τα πω παρακάτω]. Γενικά και στην Πάτρα, μπορεί στην πόλη να βρέχει αλλά όταν αποφασίζω να βγω έξω σταματάει…
Φτάνουμε στον σταθμό και βγάζουμε τα εισιτήρια. Η κοπελιά που μας έβγαλε τα εισιτήρια μας είπε ότι δεν έχει θέση στο τρένο για να κάτσουμε.
Αντρέας: «Πω ρε μαλάκες, 3,5 ώρες όρθιοί;»
Εγώ: «Τι λες ρε μαλάκα; Θα μπούμε και θα βρούμε θέσεις άνετα.»
Και όπως τα είπα έγινε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν ήρθε το τρένο όλοι πήγαν στο τελευταίο βαγόνι για κάποιον ανεξήγητο λόγο. Εμείς πήγαμε στο μπροστά βαγόνι και βρήκαμε μια χαρά θέσεις χωρίς να μας την πει και κανένας.
Τι να κάνουμε, τι να κάνουμε; Δίπλα μας κάθονταν και μια δεσποινίς μικρή σε ηλικία. Ο Μήτσος άρχισε να κάνει τρικς με τα χαρτιά προκαλώντας τα χαμόγελα από διαφόρους γύρω μας. Η κοπελιά δίπλα μας δέχτηκε να παίξει μαζί μας “αγωνία”. Τελικά μας νίκησε!!! :(
Τέλος πάντων αφού πιάσαμε κουβέντα με όποιον υπήρχε και δεν υπήρχε στο βαγόνι και ο Αντρέας άρχισε να μας εμφανίζει τα εφόδια που κουβαλούσε στον σάκο του, φέρνοντας στο φως ένα κέικ σοκολάτας το οποίο εξαφανίστηκε σε δύο λεπτά. Δύο κοπελιές που ήταν δίπλα μας, μας πρόσφεραν και τεντούρα…άλλα κόλπα!!!
Κάπως έτσι φτάσαμε στην Κόρινθο και μπήκαμε στον προαστιακό – προαστικό - προαστειακό ή προεστιακό όπως το φωνάζαμε σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού. Τι σπάσιμο νεύρων ήταν αυτό; Ποιος είχε την φαεινή ιδέα να βάλει καθρέφτη στο εσωτερικό των βαγονιών αντί για κανονικά τζάμια; Βαρέθηκα να με βλέπω!!! Ανία βαρεμάρα. Πάλι καλά κοιμηθήκαμε λιγάκι. Άσε που περάσαμε από κάτι περιοχές που υπό κανονικές προϋποθέσεις δεν θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας. Μέχρι και στην Κρήτη φτάσαμε. Δύο φορές μόνο περάσαμε από το Ηράκλειο!!! Βόλτες μας έκανε ο μηχανοδηγός. Μπρος πίσω…

Κυριακή 9:30 μ.μ.
Φτάσαμε επιτέλους Αθήνα. Δέκα και μισή αρχίζει το πρόγραμμα στον Ζυγό. Μπαίνουμε στο μετρό και μετά από μια σύγχυση εμού [ρε παιδιά που βρίσκεται άκρη σε αυτό το χάος;] φτάσαμε Ακρόπολη. Ακολουθώντας τον Αντρέα κουτσά στραβά και μπαίνοντας σε όποιο πιο σκοτεινό δρομάκι υπάρχει και ρωτώντας φτάσαμε στον Ζυγό. Μπήκαμε. Ομπρέλα δεν χρησιμοποιήσαμε πουθενά. Το λέω γιατί άχτι το έχω που τζάμπα την κουβαλούσα μαζί μου.

Κυριακή 10:50
Έρχονται και τα παιδιά… Η παράσταση αρχίζει!!!



Δευτέρα 3:10
Μετά από περίπου 4,5 ώρες η παράσταση τελειώνει. Είχαμε τραγουδήσει πολύ, γελάσαμε με τους απίστευτους Μπουλά και Ζούγα, ε και ήρθε η ώρα να πάμε να τους δούμε από κοντά. Άλλωστε δεν βιαζόμασταν κιόλας. Το τρένο για Πάτρα έφευγε στις 6 το πρωί και μέχρι τότε ήμασταν ελεύθεροι.
Κατεβαίνουμε κάτω και βρίσκουμε τον Λαυρέντη έξω από τα καμαρίνια [ή καναρίνια όπως τα έλεγε ο Ζουγανέλης].
Εγώ: «Γεια σας. Έχουμε έρθει από Πάτρα, μόνο για να σας δούμε και φεύγουμε με το πρώτο τρένο.»
Ο Λαυρέντης ενθουσιάστηκε.
Λαυρέντης: «Όχι ρε παιδιά. Δεν μιλάτε σοβαρά!!!»
Μας δίνει το χέρι του και του προτείνουμε να βγούμε μια φωτογραφία. Μας απαντάει «Φυσικά» και…

[από αριστερά προς τα δεξιά]
Ο Μήτσος, ο Αντρέας. ο Λαυρέντης και ΕΓΩ!!!


Μπαίνουμε στα καμαρίνια ή “καναρίνια” , και πρώτο πρώτο βλέπουμε τον Ζούγα. Μετά από γέλια, συγχαρητήρια κτλ κτλ του λέμε κι αυτού να βγούμε μια φωτογραφία. Παίρνουμε θέση σοβαρή δίπλα στον Γιάννη.
Ζούγα: «Όχι έτσι ρε παιδιά!!! Πάμε μια, με κοντά τα πρόσωπα»
Σαν παλιοσειρά…

Να τονίσω και την παρουσία της ομπρέλας στο αριστερό μου χέρι :(
[ας πάρει και αυτή λίγη δημοσιότητα]

Τέλος προσπαθούμε να φτάσουμε κοντά στον Σάκη τον Μπουλά ο οποίος βρίσκεται περιτριγυρισμένος από κοπέλες.
Εγώ: «Μια φωτογραφία Σάκη; Αλλά να είναι μέσα και οι κοπέλες»
Δυστυχώς από τις κοπέλες μόνο μίσή φαίνεται, αλλά τουλάχιστον είναι δίπλα μου... :)

Η κοπέλα φαίνεται λίγο, δυστυχώς. Κρίμα, κρίμα!!!

Βγαίνουμε έξω. Εκεί ξανά ο Λαυρέντης με έναν κύριο με μακριά άσπρα μαλλιά. Του λέει για μας και μας χαιρετάν και οι δύο κατηφορίζοντας τον δρόμο.

Δευτέρα χαράματα.
Εμείς παίρνουμε τον δρόμο προς Ψυρή, μπας και βρούμε να φάμε τίποτα.
Τι γίνεται ρε παιδιά σε αυτήν την πόλη; Περπατάς, περπατάς και δεν φτάνεις πουθενά. Άσε που κάθε βράχο που υπάρχει τον έχουν κάνει μνημείο. Κάναμε κύκλο γύρω από την Ακρόπολη και όχι να φάμε ούτε άνθρωπο δεν βρήκαμε. Τόσο underground τύποι οι Αθηναίοι; Τελικά κάπου βρίσκουμε και τρώμε. Και γύρω στις 5 φτάνουμε Σύνταγμα. Περνάμε την λεωφόρο Αμαλίας. 7 λωρίδες ρε παιδιά; Ούτε μέχρι την μέση δεν φτάσαμε και άναψε κόκκινο. Καλά λέει ο Λαζόπουλος ότι οι Αθηναίοι τρέχουν.
Καθόμαστε και τότε ο Αντρέας μας κάνει να μείνουμε με το στόμα ανοιχτό. Ανοίγει τον σάκο και βγάζει ένα μπουκαλάκι λάδι, ένα κουτί ρίγανη και 2 φέτες ψωμί. Βάζει λάδι στο ψωμί και από πάνω ρίγανη. Εγώ έχω σκάσει στα γέλια, αλλά δοκιμάζω. Νοστιμότατο...

Δευτέρα 5:35
Το μετρό ανοίγει. Κατεβαίνουμε τις σκάλες και επιτέλους βλέπουμε ανθρώπους. Τελικά όλοι είναι underground. Φτάνουμε σταθμό Λαρίσης. Παίρνουμε το κατάμεστο προαστιακό και φτάνουμε Κόρινθο. Μπαίνουμε στο τρένο για Πάτρα. Ο ύπνος είχε φύγει πια. [Ήρθε μετά βέβαια και πολύς μάλιστα] Παίζουμε λίγο χαρτάκι και φτάνουμε Πάτρα. Σπίτι… Η ομπρέλα που κουβαλούσα άχρηστη. Όπου κι αν πήγαμε ο καιρός άνοιγε. Τζάμπα την κουβαλούσα…[καημό το `χω]

Τυχερή η Βουλή που αξιώθηκε να βγει φωτό μαζί μας.

-ο-

Έφυγε και ο Κώστας για Erasmus.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 11, 2007

Παμπόνηρε και Παραμυθατζή

Αδέρφια συν-blogites και συν-blogitises,
Ανεβαίνω μετά από τέσσερα χρονάκια Αθήνα.
Αφορμή: οι Μαχαιρίτσας – Τσανακλίδου – Μπουλάς – Ζουγανέλης στον Ζυγό.
Αιτία: να ανταμωθούν καλοί φίλοι, να αποχαιρετίσουμε τον Κώστα που μας φεύγει Ισπανία για Erasmus, να γιορτάσουμε τον ένα χρόνο [ουσιαστικού (γκούχ γκούχ)] blogging και φυσικά να περάσουμε καλά!!!
Άντε περάστε κι εσείς μια βόλτα.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 09, 2007

ΤσίκνοΠέφτει

Ξύπνημα στις τρεις το μεσημέρι.
Σουβλάκι από τους ψητάδες του δρόμου.
Φαΐ περπατώντας από πλατεία Όλγας μέχρι Γεωργίου.
Ύπνος και μετά φαΐ το βράδυ στην Κερύνεια. Κυπριακή κουζίνα.
Εν πολλά καλή!!!
Εύγε…

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2007

Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι

Δευτέρα απόγευμα έξω από το Ιντεάλ. Στον κάτω όροφο δεκάδες άνθρωποι πίνουν τον καφέ τους. Τους προσπερνάμε και ανεβαίνουμε πάνω, στην μικρή αίθουσα της Κινηματογραφικής λέσχης. Βρεθήκαμε προ εκπλήξεως ομολογώ. Η αίθουσα γεμάτη. Ο Δανίκας υπήρξε καταλυτικός. Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι, και το μεγαλοπρεπές 10 του Δημήτρη φέρνει πολλούς στην αίθουσα.

Βασανιστήρια, πόλεμος, θάνατος και βαριά Ιρλανδική προφορά… Παιδία που πολεμούν στο ίδιο πλευρό κατά του εχθρού, βρίσκονται να παλεύουν ενάντια στα αδέρφια τους και να αλληλοσκοτώνονται.
Παιχνίδια συνομωσίας, παιχνίδια εξουσίας, δημοκρατίας. Η εξουσία διαφθείρει. Πίσω από την ιστορία αυτή της Ιρλανδίας βρίσκεται ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου στα βάθη του χρόνου.
Μερικές φορές σφίγγεις τα δόντια, μερικές φορές θυμώνεις, άλλες απογοητεύεσαι. Το πιθανότερο είναι να βγεις συγκινημένος και προβληματισμένος…

Το soundtrack:



Το trailer:

Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2007

Πριν 21

Όταν δεν υπήρχε η λέξη αισιοδοξία
Πριν 21

Τα χρόνια είναι ασπρόμαυρα. Ο κόσμος είναι ασπρόμαυρος. Το χρώμα ήρθε μετά…πολύ μετά. Και πάλι χάθηκε.
Το όνομα του Ελληνικό. Δημήτρης. Αλλά όπως σε κάθε κλασική Ελληνική οικογένεια ο καθένας τον φώναζε όπως ήθελε.
[Tο πώς σε φωνάζουν αντανακλά τόσο το πώς σε βλέπουν οι άλλοι όσο και ένα κρυφό μονοπάτι της ζωής σου: Δημήτρης, Μήτσος, Μίμης…]
Αλλά όχι δεν τον φώναζαν έτσι. Η γιαγιά του τον φώναζε Ορέστη. Το όνομα του συγχωρημένου του άντρα της και παππού του Δημήτρη που χάθηκε στον πόλεμο πριν χρόνια. “Έπρεπε να του δώσουν το όνομα του παππού του. Να τον θυμόμαστε”. Η άλλη του η γιαγιά τον φώναζε Αρθούρο. Έτσι λέγανε έναν παλιό της έρωτα, τον μεγαλύτερο. “Αχ να ήμουνα νια, εκείνον θα παντρευόμουν…” Και τέλος η κοπέλα του τον φώναζε Νέστορα. Καθαρά από εικαστική άποψη.
Εμείς ας τον φωνάζουμε Δημήτρη.

Ασπρόμαυρα χρόνια λοιπόν.
Καταραμένη επιστήμη. → “Γιατί την καταριέσαι; Οι άνθρωποι είναι άπληστοι.”

Στο χωριό ήταν όλα ήρεμα. Εκείνη την μέρα έβρεξε. Σε όλους άρεσε εκείνη η ψιλή βροχή στο χωρίο. Κατακάθιζε η σκόνη από τους χωματόδρομους. Και εκείνος ο ήχος της ψιχάλας που σπάει στο τζάμι…
Ο Δημήτρης ξύπνησε απότομα ακούγοντας λυγμούς από την κουζίνα. Αρχικά τρόμαξε. Η μάνα του ήταν έγκυος και φοβήθηκε μην έγινε τίποτα κακό. Έτρεξε στην κουζίνα και είδε την μάνα του να κλαίει, κλείνοντας το ραδιόφωνο. “Τι έγινε ρε μάνα; Τι έπαθες;” → “Τίποτα παιδί μου. Λόγω της εγκυμοσύνης θα `ναι. Άντε πλύσου και ντύσου να πας στην αγορά να μου φέρεις κάτι ψώνια που θέλω”.
Ο Δημήτρης υπάκουσε. Πλύθηκε και ντύθηκε σε δυο λεπτά και κατέβηκε στην αγορά. Ο κόσμος είχε βουίξει. “Τσέρνομπιλ” → “Τσέρνο - τί;”. Κάθισε να ακούσει δύο κυρίους που συζητούσαν αναστατωμένοι, στην κεντρική πλατεία. “Γάλα συμπυκνωμένο, τα φρούτα και τα λαχανικά καλό πλύσιμο, τερατογενέσεις, εκρήξεις, πυρηνικά, θάνατος…”. Θάνατος.
Όχι. Δεν θέλουμε άλλη βροχή!

Τα χρόνια είναι ασπρόμαυρα. Ο κόσμος είναι ασπρόμαυρος. Το χρώμα ήρθε μετά…πολύ μετά. Και πάλι χάθηκε.
Tο όνομα του Μίτια. Κάτοικος πλέον της Λευκορωσίας, καταγωγή του ένα χωρίο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ονομαζόμενο και Τσέρνομπιλ, από το οποίο καταδικάστηκε να φύγει δέκα χρόνια πριν μέσα στην κοιλιά της μάνας του. Δέκα χρονών πλέον, κοιτάζει το χαρτί που κρατάει στο αριστερό του χέρι. Κάθε μέρα το κοιτάζει. Και; Είναι ούτως ή άλλως καταδικασμένος να πεθάνει σε λίγα χρόνια. Το μέλλον του γράφτηκε πριν καν γεννηθεί. Του το έγραψαν άλλοι πάνω σε ένα χαρτί. Καρκίνος. Και το πιστοποιητικό θανάτου του στο αριστερό του χέρι. Το χέρι της καρδιάς.
Κάθε βράδυ, βγαίνει έξω στην αυλή και κοιτάει το φεγγάρι, έχοντας ένα και μόνο ερώτημα."Γιατί;"

Ήταν το ίδιο ερώτημα που βασάνιζε τον Δημήτρη, πίσω στην Ελλάδα δέκα χρόνια πριν. Και οι δυο κοιτούσαν το ίδιο φεγγάρι και πατούσαν την ίδια γη. Και οι δυο γέλασαν στην ζωή τους και έκλαψαν. Και οι δυο αναρωτήθηκαν.
Γιατί και πότε…


1. Αυτό είναι το τελευταίο από τα διηγηματικά posts περί καταστροφής της φύσης.
Ελπίζω να μπόρεσα να σας περάσω αυτά που σκεφτόμουν και να μην σας κούρασα.

2. Μίτια είναι η ρώσικη εκδοχή του Δημήτρης

Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2007

Τώρα

Όταν η αισιοδοξία πάει περίπατο
Τώρα

Ελλάδα. Κυριακή 4 Φλεβάρη 2007
Ο Νέστορας ήταν κλεισμένος στο δωμάτιο ώρες τώρα. Ακόμα και στα μηνύματα στο msn απαντούσε με ένα “όχι” σε κάθε πρόταση. Με κλειστά τα φώτα, κολλημένος στην οθόνη του υπολογιστή του, που ήταν η μόνη που φώτιζε το δωμάτιο, έπαιζε Warcraft, προσπαθώντας να μπει ενεργά στον κόσμο του πολέμου, των μαχών, των κατευθυνόμενων πιονιών. Μη γνωρίζοντας ότι ήδη ζούσε σε έναν τέτοιο κόσμο.
Άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Στριφτό. Πάντα στριφτό. Ήταν που πίστευε ότι για να ευχαριστηθείς κάτι, έπρεπε να το ετοιμάσεις ο ίδιος, να μοχθήσεις και να μην επαναπαυτείς στα έτοιμα. Μια γουλιά καφέ, η τηλεόραση δίπλα να μιλάει για το φιάσκο της καταμέτρησης ψήφων για το άρθρο 24 περί δασών. Προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τον στρατό του για επίθεση.

Την ίδια στιγμή. Κάπου μακριά.
Σιβηρία.
Εκείνη την μέρα έγινε κάτι το περίεργο. Χιόνισε. Μόνο που το χιόνι είχε ένα περίεργο κόκκινο χρώμα. Πετρέλαιο είπαν πολλοί. Εγώ λέω αίμα. Το αίμα που προμηνύει καταστροφή. Οι πάγοι άρχισαν να λιώνουν σιγά-σιγά. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη αρχίσει.

Ισπανία
Το θερμό κλίμα του Γενάρη μετατράπηκε σε τυφώνες και παγετό. Η ίδια η φύση τιμωρούσε τον εαυτό της που σαν παιδί προσχολικής ηλικίας αφήνεται στο παιχνίδι και αυτό-τραυματίζεται. Η γραμμή είχε ήδη χαραχθεί. Μια άσπρη γραμμή πάνω στον μαυροπίνακα. Εκεί όπου όλοι είναι ίσοι.

Ελλάδα. Δευτέρα 5 Φλεβάρη 2007 – Μέρα αποφράδα
Ξημερώματα Δευτέρας. Το ρολόι στον τοίχο δείχνει έξι ακριβώς. Ο Νέστορας με κόκκινα μάτια παρακολουθεί από τον υπολογιστή του τις ειδήσεις στο CNN.Τα «γεγονότα». Ξεφτίλα. Ακόμα και αυτήν την μέρα, το μόνο που σκέφτονται είναι η τηλεθέαση. Σκουπίδια.
Έξι και πέντε. Έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Η τηλεόραση παίζει με χαμηλωμένη ένταση αριστερά του Νέστορα. Δεν δίνει σημασία. Έκτακτα… Τα πάντα κατάντησαν έκτακτα, ανούσια ουσία. Όμως γυρνάει μη ηθελημένα το βλέμμα του για μια στιγμή στην τηλεόραση. «Απαγόρευση κυκλοφορίας στους δρόμους», η λεζάντα. Μα τι είναι; Η φύση. Η φύση μας καλεί να μετανιώσουμε. Μετανιώσαμε!!! Η φύση αυτό-μαστιγώνεται. Και είμαστε κι εμείς στοιχεία της φύσης. Τρωτά στοιχεία ή στοιχειά. Απαγόρευση κυκλοφορίας. Ήρθε ο παγετός. Το CNN από την άλλη δείχνει το λιώσιμο των πάγων. «Έχουν λιώσει», λέει ο δημοσιογράφος ατάραχος. Ο Νέστορας βλέπει το νερό να φτάνει στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας του. Η σύνδεση με το CNN διακόπτεται. Η ελληνική τηλεόραση συνεχίζει όμως. «Και τώρα η συνέχεια της σειράς…»
Έξι και δέκα. Ο Νέστορας μένει σοβαρός. Σηκώνεται από την πολυθρόνα του και κατευθύνεται προς το μπαλκόνι. Δεν προλαβαίνει να ανοίξει την μπαλκονόπορτα και το τσάμι γίνεται θρύψαλα από τον αέρα. Το νερό, αλμυρό όπως είναι, φτάνει στα πόδια του και ακουμπά τις πληγές που έχουν δημιουργηθεί από τα θραύσματα, κάνοντας αισθητό το αίσθημα του πόνου. Χωρίς ανάσα βλέπει τριγύρω του. Άνθρωποι έχουν βγει στα μπαλκόνια έντρομοι και προσπαθούν να λυτρωθούν. Και αυτός. Όχι. Δεν προσπαθεί να λυτρωθεί. Σκέφτεται για μια τελευταία στιγμή αυτό που λέγανε. Ότι ο άνθρωπος θα καταστρέψει τον πλανήτη με πολέμους. Δεν έπεσαν και πολύ έξω.
Χωρίς ανάσα, κοιτάζει κάτω και πέφτει στα νερά. Χωρίς χαμόγελο, χωρίς κλάμα. Απλά είμαστε εκεί. Μέσα στα νερά, μέσα στον ίδιο μας τον εαυτό…

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

Σε 10

Για τους λιγότερο αισιόδοξους
Σε 10

Δεν πέρασαν 10 χρόνια από τότε που λέγανε ότι ο πλανήτης κινδυνεύει. Κανείς δεν έδωσε σημασία. Και να · ξημέρωσε 2 Φλεβάρη του 2017. Ο Αρθούρος βγαίνει με το κοντομάνικο και παίρνει το ασανσέρ να κατέβει στο ισόγειο. Αυτό χρειαζόταν μόνο είκοσι λεπτά. Λίγο, αν σκεφτείς τους εκατό χιλιάδες ορόφους και τους νόμους της φυσικής περί αδράνειας και λοιπών, που ακόμα ίσχυαν με μικρές αλλαγές ή μάλλον προσθήκες. Παίρνει την σανίδα του και κατεβαίνει από το κέντρο της Φλώρινας στην παραλία για μια βουτιά στα ορμητικά κύματα που συχνά δημιουργούνται κατά τη διάρκεια του πιο καλοκαιρινού μήνα, του Φλεβάρη.
Οι άνθρωποι βυθισμένοι στην λήθη τους και ξαπλωμένοι στην ακροθαλασσιά με αυτό το καθημερινό χαμόγελο στα χείλη.
Ο Αρθούρος πήρε μια βαθιά ανάσα, πλήρωσε με δυσαρέσκεια το κόμιστρο για να μπορέσει να πατήσει την αμμουδιά της παραλίας και άλλο ένα για να μπορέσει να μπει στο νερό. Προσπάθησε να μην δείξει την δυσαρέσκειά του, γιατί όποιος το είχε κάνει προηγουμένως είχε να αντιμετωπίσει τον «Πατέρα».
Σκέψεις γύριζαν μέσα στο μυαλό του. Το παρελθόν, το μέλλον. Το τώρα. Ο παππούς του είχε κρύψει κάνα δυο βιβλία της αρχαίας Ελλάδας. Αρχαία λέγανε την Ελλάδα που υπήρχε 4 χρόνια πριν. Κανείς δεν θυμόταν και δεν έπρεπε να θυμάται τα «αρχαία» χρόνια. Αυτά τα δύο βιβλία μιλούσαν για οικολογική καταστροφή, για διαφθορά και παρακμή. Μιλούσαν και για λύσεις. Απαγορευμένα λόγια.
Στο τώρα δεν υπήρχαν λύσεις, γιατί ο «Πατέρας» έλεγε ότι δεν υπήρχαν και προβλήματα.
Η αλήθεια για τον Αρθούρο ήταν ότι η γη είχε χωριστεί σε δύο στρατόπεδα. Δύο οι «Πατέρες», δύο τα στρατόπεδα. Και ο ένας έπρεπε να επικρατήσει. Ειδάλλως δεν θα επικρατούσε ουδείς. Ο κόσμος όμως ήταν ξαπλωμένος στις παραλίες. Αυτά ήταν θέματα απαγορευμένα και κατά συνέπεια ασήμαντα γι` αυτούς.
Πήρε την σανίδα του, χτύπησε το εισιτήριο του στο ειδικό μηχάνημα και μπήκε στα κύματα. Ήταν το μόνο μέρος όπου ένιωθε ελεύθερος.
Έστω και για μια στιγμή.Το ήξερε ότι εκείνη ήταν Η μέρα. Θα γινόταν ούτως ή άλλως. Κάποτε. Γι` αυτόν ήταν πασιφανές.
Η επίθεση άρχισε. Ακούστηκε μια έκρηξη πίσω του. Ένα τεράστιο κύμα δημιουργήθηκε. Ο Αρθούρος χαμογέλασε. Εκείνο το χαμόγελο της ικανοποίησης. Ανέβηκε στη σανίδα του, για το τελευταίο ταξίδι προς την ελευθερία του. Κοίταξε για μια τελευταία φορά προς την παραλία. Είδε χαμογελαστά και εύθυμα πρόσωπα, πρόσωπα που ενθουσιασμένα χάνονταν πίσω από την θλίψη τους.
Ανέβηκε στην σανίδα και χάθηκε για τελευταία φορά πίσω από το κύμα.
Ήταν εκείνος. Εκεί. Τότε. Ο μόνος που ήξερε γιατί χαμογελούσε…

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 02, 2007

Σε 60

Μάθημα κοσμολογίας για τους αισιόδοξους.
Σε 60

Ο πρώτος μήνας του 2067 τελείωνε. O Ορέστης ξύπνησε στις 11 μ.μ. Είχε μόλις ξημερώσει. Αν μπορούσε κανείς να το καταλάβει · γιατί ο ουρανός είχε μαυρίσει καιρό τώρα. Κάποιοι είπαν ότι δεν θα ξανά ξημέρωνε. Λογικό.
Ο ήλιος είχε καταστραφεί (ή τον είχαν καταστρέψει ή κάτι τέτοιο) και οι πόλεις πλέον ζούσαν κάτω από έναν παγκόσμιο ιστό που κάλυπτε την γη σφαιρικά και κρατούσε την θερμοκρασία σε επίπεδα που οι άνθρωποι θα επιζούσαν.
Ο Ορέστης μπήκε στον θάλαμο διακτινισμού και μεταφέρθηκε στον σχολικό χώρο. Έφαγε το πρωινό του: χαπάκια βιταμινών, πρωτεϊνών και ότι άλλο επέβαλε η σωστή διατροφή και αποφάσισε να κάνει λίγα μαθήματα αστροφυσικής. Φόρεσε τον εξοπλισμό και ενεργοποίησε το μάθημα της μέρας. Δεν ήταν συγκεντρωμένος εκείνη την μέρα. Δεν είχε φανεί και κανένας άλλος εκείνη την μέρα. Μα γιατί; Κάτι ήξεραν. Ο Ορέστης ένιωσε κάποια στιγμή μια παράξενη αίσθηση. Ναι. Είχε ακούσει για αυτήν την αίσθηση. Λεγόταν κρύο. Από τότε που η γη ζούσε κάτω από αυτόν τον φλοιό που κρατούσε την θερμοκρασία σε επίπεδα επιβίωσης των ζωντανών οργανισμών ,δηλαδή των ανθρώπων, τα πάντα ήταν επιβλεπόμενα και προβλεπόμενα. Ζωή χωρίς κρύο, χωρίς ζέστη, χωρίς sex, χωρίς μια ζεστή μπριζόλα, χωρίς…
Βγήκε έξω από το κτίριο. Ναι είχε αρχίσει ο πιο σκληρός εφιάλτης. (Ποιου;) Πόλεμος. Ο εξωτερικός ιστός είχε καταστραφεί και τριγύρω όλα φαίνονταν ερειπωμένα.
Ο Ορέστης δάκρυσε.
Όχι από φόβο. Φόβο για την επερχόμενη καταστροφή του κόσμου.
Όχι από αγωνία. Αγωνία για το αύριο.
Δάκρυσε μάλλον από χαρά. Τη χαρά της αίσθησης του κρύου που για πρώτη φορά ένιωσε. Την χαρά της ελευθερίας.
Έκατσε και έκλαψε με τα μάτια του ψηλά να αναπολούν για τον ήλιο. Κάπου εκεί ψηλά του είχαν πει ότι υπήρχε. Κάποτε…