Τρίτη, Ιουλίου 17, 2007

γώαπα


Δύο χτυπήματα στην πλάτη, ελαφρά και στοργικά. Αυτά που λένε "είμαι κι εγώ εδώ, σε νιώθω". Κύλησε στην αγκαλιά του και έκλαψε με σπαραγμούς έχοντας το πρόσωπό της κολλημένο στον λαιμό του. Για ώρες δεν μιλούσαν. Καμιά φορά δεν χρειάζεται κιόλας. Τα λόγια άλλωστε είναι η αδυναμία του ανθρώπου να επικοινωνήσει με άλλους τρόπους μη ανθρώπινους.
Αλλά αυτοί οι δυο το είχαν καταφέρει
Το βουνό ήταν ωραίο όταν ο ήλιος βασίλευε. Η φύση εκδικείται μόνο τους ανόητους. Τους άλλους τους αφήνει να δουν.
Το τελευταίο δάκρυ έπεσε στο χώμα και τα κόκκινα της μάτια ευθυγραμμίστηκαν στο πρόσωπό του. Μα ακόμα και κόκκινα, είχε τα ωραιότερα μάτια που είχε ποτέ του δει.
Την πήρε αγκαλιά και κάθισαν στον μεγάλο βράχο για να δουν το ηλιοβασίλεμα.
Αυτή έστρεψε το πρόσωπό της σε αυτόν. Του ψιθύρισε κάτι που δεν το άκουσε ούτε η ίδια, σηκώθηκε όρθια και με ένα σάλτο πήδηξε στον γκρεμό, χωρίς να φωνάξει, χωρίς να ακουστεί.
Αυτός άργησε να καταλάβει τι έγινε. Σηκώθηκε με άγχος όρθιος και έτρεξε στο χείλος του γκρεμού. Κοίταξε προς τα κάτω και φώναξε δυνατά: "Σ` αγαπώ". Ένα μεγάλο και διαρκές "Σ` αγαπώ".
Αυτό ταξίδεψε μακριά, πολύ μακριά, αλλά ο αντίλαλος το έφερε πίσω. Πίσω στα αφτιά του. Πίσω στον εαυτό του.
Ήταν πλέον αυτός εγκλωβισμένος μέσα και ανάμεσα στους βράχους της ψυχής του.
Και δεν είχε πλέον παρά δύο επιλογές.
Να πει το "Σ` αγαπώ" κοφτό και σιγανό για να μην του έρθει πίσω
ή να πάρει φόρα για το σάλτο.
Γύρισε τότε προς αυτήν. Δύο χτυπηματάκια στην πλάτη, ελαφρά και στοργικά. Αυτά που λένε "είμαι κι εγώ εδώ, σε νιώθω". Κύλησε στην αγκαλιά της και έκλαψε με σπαραγμούς έχοντας το πρόσωπό του κολλημένο στον λαιμό της…