Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2007

Πριν 21

Όταν δεν υπήρχε η λέξη αισιοδοξία
Πριν 21

Τα χρόνια είναι ασπρόμαυρα. Ο κόσμος είναι ασπρόμαυρος. Το χρώμα ήρθε μετά…πολύ μετά. Και πάλι χάθηκε.
Το όνομα του Ελληνικό. Δημήτρης. Αλλά όπως σε κάθε κλασική Ελληνική οικογένεια ο καθένας τον φώναζε όπως ήθελε.
[Tο πώς σε φωνάζουν αντανακλά τόσο το πώς σε βλέπουν οι άλλοι όσο και ένα κρυφό μονοπάτι της ζωής σου: Δημήτρης, Μήτσος, Μίμης…]
Αλλά όχι δεν τον φώναζαν έτσι. Η γιαγιά του τον φώναζε Ορέστη. Το όνομα του συγχωρημένου του άντρα της και παππού του Δημήτρη που χάθηκε στον πόλεμο πριν χρόνια. “Έπρεπε να του δώσουν το όνομα του παππού του. Να τον θυμόμαστε”. Η άλλη του η γιαγιά τον φώναζε Αρθούρο. Έτσι λέγανε έναν παλιό της έρωτα, τον μεγαλύτερο. “Αχ να ήμουνα νια, εκείνον θα παντρευόμουν…” Και τέλος η κοπέλα του τον φώναζε Νέστορα. Καθαρά από εικαστική άποψη.
Εμείς ας τον φωνάζουμε Δημήτρη.

Ασπρόμαυρα χρόνια λοιπόν.
Καταραμένη επιστήμη. → “Γιατί την καταριέσαι; Οι άνθρωποι είναι άπληστοι.”

Στο χωριό ήταν όλα ήρεμα. Εκείνη την μέρα έβρεξε. Σε όλους άρεσε εκείνη η ψιλή βροχή στο χωρίο. Κατακάθιζε η σκόνη από τους χωματόδρομους. Και εκείνος ο ήχος της ψιχάλας που σπάει στο τζάμι…
Ο Δημήτρης ξύπνησε απότομα ακούγοντας λυγμούς από την κουζίνα. Αρχικά τρόμαξε. Η μάνα του ήταν έγκυος και φοβήθηκε μην έγινε τίποτα κακό. Έτρεξε στην κουζίνα και είδε την μάνα του να κλαίει, κλείνοντας το ραδιόφωνο. “Τι έγινε ρε μάνα; Τι έπαθες;” → “Τίποτα παιδί μου. Λόγω της εγκυμοσύνης θα `ναι. Άντε πλύσου και ντύσου να πας στην αγορά να μου φέρεις κάτι ψώνια που θέλω”.
Ο Δημήτρης υπάκουσε. Πλύθηκε και ντύθηκε σε δυο λεπτά και κατέβηκε στην αγορά. Ο κόσμος είχε βουίξει. “Τσέρνομπιλ” → “Τσέρνο - τί;”. Κάθισε να ακούσει δύο κυρίους που συζητούσαν αναστατωμένοι, στην κεντρική πλατεία. “Γάλα συμπυκνωμένο, τα φρούτα και τα λαχανικά καλό πλύσιμο, τερατογενέσεις, εκρήξεις, πυρηνικά, θάνατος…”. Θάνατος.
Όχι. Δεν θέλουμε άλλη βροχή!

Τα χρόνια είναι ασπρόμαυρα. Ο κόσμος είναι ασπρόμαυρος. Το χρώμα ήρθε μετά…πολύ μετά. Και πάλι χάθηκε.
Tο όνομα του Μίτια. Κάτοικος πλέον της Λευκορωσίας, καταγωγή του ένα χωρίο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ονομαζόμενο και Τσέρνομπιλ, από το οποίο καταδικάστηκε να φύγει δέκα χρόνια πριν μέσα στην κοιλιά της μάνας του. Δέκα χρονών πλέον, κοιτάζει το χαρτί που κρατάει στο αριστερό του χέρι. Κάθε μέρα το κοιτάζει. Και; Είναι ούτως ή άλλως καταδικασμένος να πεθάνει σε λίγα χρόνια. Το μέλλον του γράφτηκε πριν καν γεννηθεί. Του το έγραψαν άλλοι πάνω σε ένα χαρτί. Καρκίνος. Και το πιστοποιητικό θανάτου του στο αριστερό του χέρι. Το χέρι της καρδιάς.
Κάθε βράδυ, βγαίνει έξω στην αυλή και κοιτάει το φεγγάρι, έχοντας ένα και μόνο ερώτημα."Γιατί;"

Ήταν το ίδιο ερώτημα που βασάνιζε τον Δημήτρη, πίσω στην Ελλάδα δέκα χρόνια πριν. Και οι δυο κοιτούσαν το ίδιο φεγγάρι και πατούσαν την ίδια γη. Και οι δυο γέλασαν στην ζωή τους και έκλαψαν. Και οι δυο αναρωτήθηκαν.
Γιατί και πότε…


1. Αυτό είναι το τελευταίο από τα διηγηματικά posts περί καταστροφής της φύσης.
Ελπίζω να μπόρεσα να σας περάσω αυτά που σκεφτόμουν και να μην σας κούρασα.

2. Μίτια είναι η ρώσικη εκδοχή του Δημήτρης

4 σχόλια:

Krbn? είπε...

"Mitia...
me exeis kourasei!!!"
...
"kleinw."




[ sorry mou hr8e automatos meta to prwto sxolio :) , katalabaineis tous logous ]

par...alogos είπε...

Θα έρθουν άλλα πιο ευχάριστα krbn?...
;)

georgia είπε...

Πολύ όμορφο αν και αφήνει πικρή γεύση :( Εδώ δεν μπορούμε και να σε πούμε απαισιόδοξο ή καταστροφολόγο ελαφρύνοντας τη συνείδησή μας, γιατί τα γεγονότα αποτελούν ήδη ιστορία δυστυχώς...

par...alogos είπε...

@georgia:
Και όμως και αυτό είχε κουκουλοθεί...