Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

Σε 10

Για τους λιγότερο αισιόδοξους
Σε 10

Δεν πέρασαν 10 χρόνια από τότε που λέγανε ότι ο πλανήτης κινδυνεύει. Κανείς δεν έδωσε σημασία. Και να · ξημέρωσε 2 Φλεβάρη του 2017. Ο Αρθούρος βγαίνει με το κοντομάνικο και παίρνει το ασανσέρ να κατέβει στο ισόγειο. Αυτό χρειαζόταν μόνο είκοσι λεπτά. Λίγο, αν σκεφτείς τους εκατό χιλιάδες ορόφους και τους νόμους της φυσικής περί αδράνειας και λοιπών, που ακόμα ίσχυαν με μικρές αλλαγές ή μάλλον προσθήκες. Παίρνει την σανίδα του και κατεβαίνει από το κέντρο της Φλώρινας στην παραλία για μια βουτιά στα ορμητικά κύματα που συχνά δημιουργούνται κατά τη διάρκεια του πιο καλοκαιρινού μήνα, του Φλεβάρη.
Οι άνθρωποι βυθισμένοι στην λήθη τους και ξαπλωμένοι στην ακροθαλασσιά με αυτό το καθημερινό χαμόγελο στα χείλη.
Ο Αρθούρος πήρε μια βαθιά ανάσα, πλήρωσε με δυσαρέσκεια το κόμιστρο για να μπορέσει να πατήσει την αμμουδιά της παραλίας και άλλο ένα για να μπορέσει να μπει στο νερό. Προσπάθησε να μην δείξει την δυσαρέσκειά του, γιατί όποιος το είχε κάνει προηγουμένως είχε να αντιμετωπίσει τον «Πατέρα».
Σκέψεις γύριζαν μέσα στο μυαλό του. Το παρελθόν, το μέλλον. Το τώρα. Ο παππούς του είχε κρύψει κάνα δυο βιβλία της αρχαίας Ελλάδας. Αρχαία λέγανε την Ελλάδα που υπήρχε 4 χρόνια πριν. Κανείς δεν θυμόταν και δεν έπρεπε να θυμάται τα «αρχαία» χρόνια. Αυτά τα δύο βιβλία μιλούσαν για οικολογική καταστροφή, για διαφθορά και παρακμή. Μιλούσαν και για λύσεις. Απαγορευμένα λόγια.
Στο τώρα δεν υπήρχαν λύσεις, γιατί ο «Πατέρας» έλεγε ότι δεν υπήρχαν και προβλήματα.
Η αλήθεια για τον Αρθούρο ήταν ότι η γη είχε χωριστεί σε δύο στρατόπεδα. Δύο οι «Πατέρες», δύο τα στρατόπεδα. Και ο ένας έπρεπε να επικρατήσει. Ειδάλλως δεν θα επικρατούσε ουδείς. Ο κόσμος όμως ήταν ξαπλωμένος στις παραλίες. Αυτά ήταν θέματα απαγορευμένα και κατά συνέπεια ασήμαντα γι` αυτούς.
Πήρε την σανίδα του, χτύπησε το εισιτήριο του στο ειδικό μηχάνημα και μπήκε στα κύματα. Ήταν το μόνο μέρος όπου ένιωθε ελεύθερος.
Έστω και για μια στιγμή.Το ήξερε ότι εκείνη ήταν Η μέρα. Θα γινόταν ούτως ή άλλως. Κάποτε. Γι` αυτόν ήταν πασιφανές.
Η επίθεση άρχισε. Ακούστηκε μια έκρηξη πίσω του. Ένα τεράστιο κύμα δημιουργήθηκε. Ο Αρθούρος χαμογέλασε. Εκείνο το χαμόγελο της ικανοποίησης. Ανέβηκε στη σανίδα του, για το τελευταίο ταξίδι προς την ελευθερία του. Κοίταξε για μια τελευταία φορά προς την παραλία. Είδε χαμογελαστά και εύθυμα πρόσωπα, πρόσωπα που ενθουσιασμένα χάνονταν πίσω από την θλίψη τους.
Ανέβηκε στην σανίδα και χάθηκε για τελευταία φορά πίσω από το κύμα.
Ήταν εκείνος. Εκεί. Τότε. Ο μόνος που ήξερε γιατί χαμογελούσε…