Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

Για τον Σωτήρη Πέτρουλα...

...ένα συγκινητικό ντοκιμαντέρ που πέρα από δάκρυα πιστεύω μπορεί να σου μεταφέρει και κάποια ιδανικά.


Σάββατο, Ιουνίου 24, 2017

Αχ βρε φίλε μου Γιώργο, axenbax!  Έφυγες ξαφνικά και δεν πρόλαβα να σου πω τόσα... Πάντα πίστευα πως όσο μεγαλώναμε θα σου στόλιζα τις φωτογραφίες με ιστορίες και ποιήματα.  Θα φτιάχναμε κάποιο λεύκωμα, ένα βιβλίο, κάτι. Ήθελα να σου στείλω να διαβάσεις το αγαπημένο μου βιβλίο και όλο το καθυστερούσα... δεν ξέρω γιατί. Σου είχα υποσχεθεί ένα τσίπουρο σπιτικό όταν μου πες πως δε σου φέρνω τίποτα όταν με φιλοξενούσες σπίτι σου και ούτε αυτό δεν φιλοτιμήθηκα. Φίλε μου Αχ. Ήσουν τόσο καλός άνθρωπος και πάντα ήθελες να βοηθάς. Πάντα εξυπηρετικός και δοτικός. Σου γράφω για να σου πω πως όλες οι θύμησες είναι βαθειά μέσα μου και ποτέ δεν θα ξεχαστούν. Αχ βρε φίλε μου Γιώργο, axenbax! Τι να γράψω πια, αφού δεν πρόλαβα να στα πω... Καλό παράδεισο.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 21, 2016

Μέρες μετά πια άνοιξα το παράθυρο να δω το λιμάνι της Γένοβας. Ένα ανάποδο αεράκι, οι γερανοί ανεβασμένοι, τα πουλιά σε σχηματισμούς και τα καράβια να περιμένουν το σήμα του καπετάνιου. Ο ήλιος αντίκρυ. Θα φύγει σε λίγο και θα τον περιμένω πάλι από αύριο. Η εγγενής μου θλίψη θα πάρει τη θέση της στον φάρο που με κοιτά κατάματα κάθε λίγα δευτερόλεπτα πριν τριγυρίσει προς πάσα κατεύθυνση. Θα πιω τον καφέ μου αργά. Πιο αργά από ότι πρέπει και μου δείξανε οι Ιταλοί φίλοι. Θα γράφω στίχους σε ένα σανίδι γεμάτο ελπίδα και θα το σπρώξω στη θάλασσα. Άραγε πόνεσε ποτέ άλλος τόσο;

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 11, 2016



Άλλη μια Κυριακή νωχελική.  Ένα όνειρο μιας παραλίας.  Η μουσική παίζει.  Εγώ σε ερωτεύομαι πάλι από την αρχή. I think I’d fall for you...

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 10, 2016

Σου γράφω ποιήματα κι όμως δεν σε νοιάζει.  Σου διαβάζω Αναγνωστάκη, Λόρκα, Πόε.  Κι εσύ κοιτάς έξω από το παράθυρο αδιάφορα. Πέφτω στα πατώματα κουβαριάζομαι στα πόδια σου.  Μια θλιμμένη Κυριακή.  Η μπλε ταινία του Κισλόφσκι κι ένα γράμμα μουτζουρωμένο με χρώματα.  Άραγε ο δρόμος που θολώνει από τη βροχή να σου δώσει συναίσθημα;  Κι εκείνος ο αναθεματισμένος ήλιος που αλλάζει χίλια χρώματα για να στο αρέσει κι εσύ έχεις το βλέμμα σου κολλημένο στο μονόχρωμο φεγγάρι.   Τελικά τι αγάπησες πιότερο;

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 09, 2016

Πως με ξεπερνά η ζωή.  Κάποιες άσπρες τρίχες στα μαλλιά, ρυτίδες στο μέτωπο, κόκκινα μάτια, χαμένοι φίλοι.   Όλα έγιναν ένα μάτσο σημειώσεις στο τετράδιο.  Ένα τραγούδι χαμένο στην αμμουδιά.  Δεν ξέρεις αν πρέπει να κλάψεις ή να γελάσεις δυνατά. Είμαι 14, τελειώνω το Γυμνάσιο και σβήνω μνήμες.  Τις έχω σβήσει όλες.  Είμαι 30 τόσο, και δε θυμάμαι.  Με ένα γαμώτο, κλεισμένος στο σπίτι να σκέφτομαι την επιβίωση.  Άραγε στα 50, θα έχουν φύγει οι ρυτίδες;  Θα έχει φύγει η αγάπη;  Κι εκείνο το όνειρο των καλοκαιρινών διακοπών;  Που δεν έλεγε κανείς βαριές κουβέντες.  Και τώρα γίναμε μαλλιά κουβάρια.  Μια ψυχή σε ένα κόσμο που δεν κατάλαβα ποτέ μου.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2016

Όταν βλέπεις πυροτεχνήματα στο λιμάνι της Γένοβας, κάποιο πλοίο σαλπάρει. Και είναι η ψυχή μας που μένει μόνη.

Κυριακή, Ιουλίου 10, 2016

Ένα πλοίο φεύγει από τη Γένοβα

Κάθομαι στο παράθυρο που βλέπει στο λιμάνι της Γένοβας μονάχος, Κυριακή μεσημέρι και αγναντεύω ένα επιβατικό πλοίο να σαλπάρει.  Σαρδηνία, Σικελία, Κρήτη.  Οι γερανοί του λιμανιού σηκωμένοι περιμένουν τα εμπορικά να έρθουν.  Ο ήλιος πέφτει σιγά σιγά.  Χαζεύω το χάρτη που 'χω κρεμασμένο στον τοίχο του δωματίου μου.  Ψάχνω τα σημάδια μου, τις κρυψώνες μου.  Είναι κάπου χαμένες σε ένα ατελείωτο πιθάρι γεμάτο βότσαλα.  Αχ.  Να χα λιγάκι αυτή τη σιωπή που έχει τώρα το λιμάνι.  Όταν ο κόσμος πάει στη θάλασσα, η πόλη μένει άδεια και είναι θαύμα.  Χαίρεσαι να την κοιτάς.  Σε λίγο θα πάω πάλι στο χωριό μου.  Θα περιμένω να βραδιάσει, να φύγει ο κόσμος από τη θάλασσα και θα πάω να βουτήξω ολομόναχος.  Ποιος χαίρεται αλήθεια τη θάλασσα γεμάτη κόσμο και φασαρία.  Ένα φεγγάρι ολόγιομο που σε λίγο θα αρχίσει να χάνει σιγά σιγά.  Σαν τη ζωή.  Σαν τον καφέ που πίνω δίπλα στο παράθυρό μου.  Το πλοίο εξαφανίστηκε.  Θα βάλω να ακούσω λίγο Καββαδία στο βινύλιο παιγμένο από τους Ξέμπαρκους. "Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος..."