Κυριακή, Ιουλίου 10, 2016

Ένα πλοίο φεύγει από τη Γένοβα

Κάθομαι στο παράθυρο που βλέπει στο λιμάνι της Γένοβας μονάχος, Κυριακή μεσημέρι και αγναντεύω ένα επιβατικό πλοίο να σαλπάρει.  Σαρδηνία, Σικελία, Κρήτη.  Οι γερανοί του λιμανιού σηκωμένοι περιμένουν τα εμπορικά να έρθουν.  Ο ήλιος πέφτει σιγά σιγά.  Χαζεύω το χάρτη που 'χω κρεμασμένο στον τοίχο του δωματίου μου.  Ψάχνω τα σημάδια μου, τις κρυψώνες μου.  Είναι κάπου χαμένες σε ένα ατελείωτο πιθάρι γεμάτο βότσαλα.  Αχ.  Να χα λιγάκι αυτή τη σιωπή που έχει τώρα το λιμάνι.  Όταν ο κόσμος πάει στη θάλασσα, η πόλη μένει άδεια και είναι θαύμα.  Χαίρεσαι να την κοιτάς.  Σε λίγο θα πάω πάλι στο χωριό μου.  Θα περιμένω να βραδιάσει, να φύγει ο κόσμος από τη θάλασσα και θα πάω να βουτήξω ολομόναχος.  Ποιος χαίρεται αλήθεια τη θάλασσα γεμάτη κόσμο και φασαρία.  Ένα φεγγάρι ολόγιομο που σε λίγο θα αρχίσει να χάνει σιγά σιγά.  Σαν τη ζωή.  Σαν τον καφέ που πίνω δίπλα στο παράθυρό μου.  Το πλοίο εξαφανίστηκε.  Θα βάλω να ακούσω λίγο Καββαδία στο βινύλιο παιγμένο από τους Ξέμπαρκους. "Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος..."

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2016

Περίπου πέντε μέρες αργότερα και βλέπουμε τα μάτια σου --
τι οπτασία; Τα δικά μας ξέρεις ξεκαθάρισαν από τα δάκρυα
και γέμισαν τα μάγουλά μας ρυτίδες από τα χαμόγελα
με τις φωτογραφίες που μας στέλνεις από μακριά.

Άραγε η Σονάτα του Σεληνόφωτος --μέρος πρώτο--
να σου αρέσει όταν θα την παίξω στο πιάνο;
Έχεις άραγε τη μελαγχολία του φεγγαριού
και τη λάμψη του, όσο το φως του γυρνάει στον κήπο μας;
Ή μήπως έχεις την χαρά του ήλιου
καθώς ξεπηδάει σαν άλλος λυτρωτής από τη θάλασσα;

Στο λιμάνι τα πλοία συνεχίζουν τα ταξίδια τους
και πριν λίγες μέρες ήρθες κι εσύ με ένα καράβι γεμάτο ανθρώπους.
Σου γνέφαμε από μακριά, με λουλούδια στα χέρια
ένα καρότσι πράγματα και μια σακούλα δώρα.
Μέχρι που ήρθες και σε αγγίξαμε.  Σε αγκαλιάσαμε.

Θα την έχεις νοιώσει την αγάπη μας ίσως --
ίσως πάλι τη δεις μπροστά σου σε μερικά χρόνια.
Εκεί στο πατρικό μας σπίτι
που θα κάνεις τις καλοκαιρινές σου διακοπές.
Εκεί στην αμμουδιά που θα βλέπεις το βουλιαγμένο αντίκρυ
και τους παππούδες σου να τρέχουν από πίσω σου.

Σε αγαπάμε χίλιεςεκατόντριάνταπέντε φορές τη μέρα.
Είμαστε έτοιμοι να σε πάρουμε στα χέρια μας
και να σε κουβαλήσουμε σε όλο τον κόσμο.
Κι αυτός ο κόσμος -- μη νομίζεις -- δικός σου είναι.
Κι όλο το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας.
Κι αυτό δικό σου είναι.


(στην Μυρτούλα μας)

Σάββατο, Οκτωβρίου 10, 2015

Εκείνη τη μέρα ταξίδευε το μυαλό της παντού.  Από τα καράβια που έβλεπε να φεύγουν και το παλιό λιμάνι της Γένοβας, μέχρι τα πρώτα χιόνια της Βοστόνης.  Ένα μεγάλο χαλί από συναισθήματα, θύμησες, και χτυπήματα μέθης την είχαν κάνει να ξεχάσει που βρίσκεται.  Ίσως πάλι το μυαλό της να ήθελε να αποχωριστεί το σώμα, να τραβήξει το κουπί μόνο του, απομονωμένο από τη σωματική κούραση.  Άρχισε από τα μεγάλα τοπία να επικεντρώνεται σε λεπτομέρειες.  Άνθρωποι, πρόσωπα, τα πρώτα φύλλα του χειμώνα.  Εκείνη την βόλτα μόνη στο πάρκο.  Τα παιδάκια να παίζουν ανέμελα.  Το τρένο που χάθηκε.  Το αεροπλάνο που έφυγε.  Κι εκείνο το ποδήλατο το σαράβαλο που της το χε δώσει ένας φίλος της κι εκείνη το ξέχασε χωρίς κλειδαριά σε ένα πάρκο.  Μια μπόρα και το τρέξιμο μέσα στην βροχή, τον άστεγο που θα ταξίδευε Καλιφόρνια με οτοστόπ. Κάπως έτσι ταξίδευε το μυαλό της.  Χωρίς το σώμα.  Σάμπως και το χρειάστηκε ποτέ της.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 05, 2015

Έξω βρέχει και ο νους μου ταξιδεύει.  Άραγε υπάρχουν λαιστρυγόνες;

Κυριακή, Αυγούστου 30, 2015

Ζούμε πια μέρες σουρεάλ...

...παλιά ψηφίζανε ΠΑΣΟΚ για να μην ψηφίσουν δεξιά. Τι κι αν το ΠΑΣΟΚ είχε γίνει ήδη δεξιό.  Τώρα ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ για να μην ψηφίσουν μνημονιακά.  Τι κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει γίνει μνημονιακό.  Δεν χρειαζόμαστε πρώτη φορά αριστερά.  Χρειαζόμαστε αριστερά με αρχίδια!

Κυριακή, Απριλίου 26, 2015

Η γιαγιά μας η Γιωργία

Την γιαγιάκα μας την χάσαμε γύρω στις 8 το πρωί χθες, μια μέρα μετά την γιορτή της.  Προσπάθησα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου (όχι πάντα με επιτυχία) γιατί νομίζω πως έφυγε με μεγάλη αγάπη από όλους μας και με μεγάλη αγάπη σε όλους μας.  Είχε χάσει τον παππού μας πολύ νέο, πριν από 30 χρόνια περίπου, όσο είμαι εγώ δηλαδή που δεν τον γνώρισα ποτέ μου, και από τότε έμεινε μόνη της και για πολλά χρόνια φορούσε μαύρα και τη βέρα στο χέρι της.  Εμείς τον παππού τον γνωρίσαμε από μια φωτογραφία που κρέμεται στην κουζίνα της γιαγιάς και από τα δάκρυα της.  Όμως η γιαγιά είχε τρεις κόρες και έξι εγγόνια που την αγαπούσαμε το δίχως άλλο.  Ακόμα και στα δύσκολα.  Και πιστεύω πως έφυγε χαρούμενη και χαμογελαστή ψυχικά.  Όπως κι εγώ είμαι χαρούμενος που μόνο καλά έχω να θυμάμαι από τη γιαγιά μου.  Όλα τα Σαββατοκύριακα στο χωριό, τους 15-Αύγουστους, τα γλέντια, τα παραμύθια με τον Αρκουδογιάννη, τους καφέδες στο μπαλκόνι, τα κουτσομπολιά του χωριού, τα γέλια μας...  Σε ευχαριστούμε γιαγιάκα μας για όσα μας έδωσες.  Γιατί κάθε άνθρωπος είναι μια τεράστια βιβλιοθήκη.  Κι εσύ είχες κρατημένα μέσα σου και μας έδωσες τα πιο πολύτιμα βιβλία σου...

Πήγαμε στην κηδεία της και τι άκουσα τον παπά να λέει: "Χους ει και εις χουν απελεύσει". [...] Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια ..." -- Χρόνης Μίσσιος

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 26, 2015

Διάβασα πως η ευτυχία είναι οι στιγμές που πέρασαν.  Μια διαρκής νοσταλγία του παρελθόντος.  Η νοσταλγία των παιδικών μας χρόνων πρωτύτερα.  Ίσως πάλι όλο αυτό να είναι μια οφθαλμαπάτη του μυαλού μας.  Ίσως η ευτυχία να υπάρχει και στο τώρα, ίσως και σε μεγαλύτερο βαθμό από την ανυπαρξία του πριν.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 15, 2014

Τις συνέπειες των πράξεών σου πρέπει να τις βλέπεις κατάματα.  Μετά να σκύβεις το κεφάλι και να σκέφτεσαι τι πρέπει να κάνεις για να μην χρειαστεί να υπάρξουν παρόμοιες ξανά.  Μετά πρέπει να βγάλεις ένα μπουκάλι ουίσκι από το ντουλάπι και να το πιεις όλο αργά και βασανιστικά.  Όταν το πρωί θα δεις το μπουκάλι άδειο στο πάτωμα, τότε θα καταλάβεις τι έχεις κάνει λάθος.