Κυριακή, Σεπτεμβρίου 11, 2016



Άλλη μια Κυριακή νωχελική.  Ένα όνειρο μιας παραλίας.  Η μουσική παίζει.  Εγώ σε ερωτεύομαι πάλι από την αρχή. I think I’d fall for you...

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 10, 2016

Σου γράφω ποιήματα κι όμως δεν σε νοιάζει.  Σου διαβάζω Αναγνωστάκη, Λόρκα, Πόε.  Κι εσύ κοιτάς έξω από το παράθυρο αδιάφορα. Πέφτω στα πατώματα κουβαριάζομαι στα πόδια σου.  Μια θλιμμένη Κυριακή.  Η μπλε ταινία του Κισλόφσκι κι ένα γράμμα μουτζουρωμένο με χρώματα.  Άραγε ο δρόμος που θολώνει από τη βροχή να σου δώσει συναίσθημα;  Κι εκείνος ο αναθεματισμένος ήλιος που αλλάζει χίλια χρώματα για να στο αρέσει κι εσύ έχεις το βλέμμα σου κολλημένο στο μονόχρωμο φεγγάρι.   Τελικά τι αγάπησες πιότερο;

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 09, 2016

Πως με ξεπερνά η ζωή.  Κάποιες άσπρες τρίχες στα μαλλιά, ρυτίδες στο μέτωπο, κόκκινα μάτια, χαμένοι φίλοι.   Όλα έγιναν ένα μάτσο σημειώσεις στο τετράδιο.  Ένα τραγούδι χαμένο στην αμμουδιά.  Δεν ξέρεις αν πρέπει να κλάψεις ή να γελάσεις δυνατά. Είμαι 14, τελειώνω το Γυμνάσιο και σβήνω μνήμες.  Τις έχω σβήσει όλες.  Είμαι 30 τόσο, και δε θυμάμαι.  Με ένα γαμώτο, κλεισμένος στο σπίτι να σκέφτομαι την επιβίωση.  Άραγε στα 50, θα έχουν φύγει οι ρυτίδες;  Θα έχει φύγει η αγάπη;  Κι εκείνο το όνειρο των καλοκαιρινών διακοπών;  Που δεν έλεγε κανείς βαριές κουβέντες.  Και τώρα γίναμε μαλλιά κουβάρια.  Μια ψυχή σε ένα κόσμο που δεν κατάλαβα ποτέ μου.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2016

Όταν βλέπεις πυροτεχνήματα στο λιμάνι της Γένοβας, κάποιο πλοίο σαλπάρει. Και είναι η ψυχή μας που μένει μόνη.

Κυριακή, Ιουλίου 10, 2016

Ένα πλοίο φεύγει από τη Γένοβα

Κάθομαι στο παράθυρο που βλέπει στο λιμάνι της Γένοβας μονάχος, Κυριακή μεσημέρι και αγναντεύω ένα επιβατικό πλοίο να σαλπάρει.  Σαρδηνία, Σικελία, Κρήτη.  Οι γερανοί του λιμανιού σηκωμένοι περιμένουν τα εμπορικά να έρθουν.  Ο ήλιος πέφτει σιγά σιγά.  Χαζεύω το χάρτη που 'χω κρεμασμένο στον τοίχο του δωματίου μου.  Ψάχνω τα σημάδια μου, τις κρυψώνες μου.  Είναι κάπου χαμένες σε ένα ατελείωτο πιθάρι γεμάτο βότσαλα.  Αχ.  Να χα λιγάκι αυτή τη σιωπή που έχει τώρα το λιμάνι.  Όταν ο κόσμος πάει στη θάλασσα, η πόλη μένει άδεια και είναι θαύμα.  Χαίρεσαι να την κοιτάς.  Σε λίγο θα πάω πάλι στο χωριό μου.  Θα περιμένω να βραδιάσει, να φύγει ο κόσμος από τη θάλασσα και θα πάω να βουτήξω ολομόναχος.  Ποιος χαίρεται αλήθεια τη θάλασσα γεμάτη κόσμο και φασαρία.  Ένα φεγγάρι ολόγιομο που σε λίγο θα αρχίσει να χάνει σιγά σιγά.  Σαν τη ζωή.  Σαν τον καφέ που πίνω δίπλα στο παράθυρό μου.  Το πλοίο εξαφανίστηκε.  Θα βάλω να ακούσω λίγο Καββαδία στο βινύλιο παιγμένο από τους Ξέμπαρκους. "Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος..."

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2016

Περίπου πέντε μέρες αργότερα και βλέπουμε τα μάτια σου --
τι οπτασία; Τα δικά μας ξέρεις ξεκαθάρισαν από τα δάκρυα
και γέμισαν τα μάγουλά μας ρυτίδες από τα χαμόγελα
με τις φωτογραφίες που μας στέλνεις από μακριά.

Άραγε η Σονάτα του Σεληνόφωτος --μέρος πρώτο--
να σου αρέσει όταν θα την παίξω στο πιάνο;
Έχεις άραγε τη μελαγχολία του φεγγαριού
και τη λάμψη του, όσο το φως του γυρνάει στον κήπο μας;
Ή μήπως έχεις την χαρά του ήλιου
καθώς ξεπηδάει σαν άλλος λυτρωτής από τη θάλασσα;

Στο λιμάνι τα πλοία συνεχίζουν τα ταξίδια τους
και πριν λίγες μέρες ήρθες κι εσύ με ένα καράβι γεμάτο ανθρώπους.
Σου γνέφαμε από μακριά, με λουλούδια στα χέρια
ένα καρότσι πράγματα και μια σακούλα δώρα.
Μέχρι που ήρθες και σε αγγίξαμε.  Σε αγκαλιάσαμε.

Θα την έχεις νοιώσει την αγάπη μας ίσως --
ίσως πάλι τη δεις μπροστά σου σε μερικά χρόνια.
Εκεί στο πατρικό μας σπίτι
που θα κάνεις τις καλοκαιρινές σου διακοπές.
Εκεί στην αμμουδιά που θα βλέπεις το βουλιαγμένο αντίκρυ
και τους παππούδες σου να τρέχουν από πίσω σου.

Σε αγαπάμε χίλιεςεκατόντριάνταπέντε φορές τη μέρα.
Είμαστε έτοιμοι να σε πάρουμε στα χέρια μας
και να σε κουβαλήσουμε σε όλο τον κόσμο.
Κι αυτός ο κόσμος -- μη νομίζεις -- δικός σου είναι.
Κι όλο το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας.
Κι αυτό δικό σου είναι.


(στην Μυρτούλα μας)

Σάββατο, Οκτωβρίου 10, 2015

Εκείνη τη μέρα ταξίδευε το μυαλό της παντού.  Από τα καράβια που έβλεπε να φεύγουν και το παλιό λιμάνι της Γένοβας, μέχρι τα πρώτα χιόνια της Βοστόνης.  Ένα μεγάλο χαλί από συναισθήματα, θύμησες, και χτυπήματα μέθης την είχαν κάνει να ξεχάσει που βρίσκεται.  Ίσως πάλι το μυαλό της να ήθελε να αποχωριστεί το σώμα, να τραβήξει το κουπί μόνο του, απομονωμένο από τη σωματική κούραση.  Άρχισε από τα μεγάλα τοπία να επικεντρώνεται σε λεπτομέρειες.  Άνθρωποι, πρόσωπα, τα πρώτα φύλλα του χειμώνα.  Εκείνη την βόλτα μόνη στο πάρκο.  Τα παιδάκια να παίζουν ανέμελα.  Το τρένο που χάθηκε.  Το αεροπλάνο που έφυγε.  Κι εκείνο το ποδήλατο το σαράβαλο που της το χε δώσει ένας φίλος της κι εκείνη το ξέχασε χωρίς κλειδαριά σε ένα πάρκο.  Μια μπόρα και το τρέξιμο μέσα στην βροχή, τον άστεγο που θα ταξίδευε Καλιφόρνια με οτοστόπ. Κάπως έτσι ταξίδευε το μυαλό της.  Χωρίς το σώμα.  Σάμπως και το χρειάστηκε ποτέ της.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 05, 2015

Έξω βρέχει και ο νους μου ταξιδεύει.  Άραγε υπάρχουν λαιστρυγόνες;